Ştefan Petrescu, Οι Έλληνες ως «Άλλοι» στη Ρουμανία. Η εσωτερική οικοδόμηση του ρουμανικού έθνους/κράτους κατά τον δέκατο ένατο αιώνα και οι Έλληνες

Ştefan Petrescu, Οι Έλληνες ως «Άλλοι» στη ΡουμανίαŞtefan Petrescu, Οι Έλληνες ως «Άλλοι» στη Ρουμανία. Η εσωτερική οικοδόμηση του ρουμανικού έθνους/κράτους κατά τον δέκατο ένατο αιώνα και οι Έλληνες, Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο 2014, σελ. 402 [Πρόλογος: Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης] (ISBN: 978-960-458-395-9).

Ştefan Petrescu, The Greek as Otherness in Romania (The Building of the Romanian Nation-State and the Greeks in the Nineteenth Century)

The object of this book is the social and political integration of the Greek immigrants into the nation-state of Romanians. The migration of the Orthodox Christians from the southern regions of the Danube to Wallachia and Moldavia is a history of several centuries. As Romanians come into contact with other cultures, they emphasize the difference between themselves and others. With the rising of the nation-state in south-eastern Europe, the Orthodox faith which has played a major role in preserving the ethnic identityof the nations of this area constitutes now a source of ideological conflicts and confrontations.

Much of the book is based on a voluminous archival material and publications of the period: diplomatic reports, historical writings, Romanian and Greek newspapers, and so on. Thus the reader learns about the national ideology at the critical moment of the shaping of new collective political identities in the Balkans.

The book is divided into introduction and five chapters. The introductory part is a brief reference in the political history of Romania and the political and social aspects of the migration phenomenon in the modern era.

The aim of the book is to provide certain information on the following topics: the articulation of an antiphanariot and anti-migration discourse; the examination of integration strategies of the Greek immigrants in the receiving country; the efforts of the Romanian state to develop and implement immigration policies.

The objective of the first chapter is to examine the intertwined relationship between the scientific community and policy. The national historiography creates the ideological background of the Romanian nation-state. The historians of the nineteenth century currently associated the Phanariot rule with the Ottoman era as a period of slavery and persecutions. The historians constructed a national space and time. According to the national ideology, the regions occupied by the Romanians living in the immediate surroundings of theRomanian statewere inseparable parts of the Roman heritage.

The second chapter develops the theme of the relations between state and foreign citizens. The emancipation of the Romanian nation-state from any form of external dependence was obtained step by step. During the 1830’s, Greece, the only independent nation-state in the Balkans, opened its first diplomatic representations in the foreign countries, including the Ottoman Empire, which marked the beginning of its diplomatic and consular network. Greece claimed the same consular jurisdiction (capitulations) as the Great Powers. The Greek state encouraged the omogenis (of Greek origin) who lived abroadto acquire the Greek protection. In 1878 Romania became independent and the consular jurisdiction was abolished. The chapter discusses the legal issue of the legal status of the Greeks in Romania. The chapter closes with a brief reference to the involvement of the Greek residents in the United Principalities in the election process of the National Assembly in 1863. It isperhaps theclearevidenceforthe massivestatementof their feelingstowards theGreekstate.

The third chapter is a study of the exact relationship between state and citizens. The author is interested in the economic and legal privileges of foreigners, in how citizenship was granted, and ways in which their movements were monitored. Regarding the citizenship right, the determinative steps are taken by the National Assembly in 1857. Religion was considered a secondary criterion, after ethnicity and nationhood. Although during the meetings the Romanians’ secession as belonging to an “Orthodox nation” was proclaimed at least in theory, the Romanians didn’t understand to include other religious communities, such as the Jews, in their “civic nation”. Nevertheless, not only the inhabitants with a different religion and belonging to other ethnic communities, but also the landless and illiterate peasants were excluded from the body of citizens. If there was an agreement regarding the national issue, this was not applicable to the social issue as well.

In the fourth chapter, the author introduces the reader to the world of otherness.  The image of the Phanariot era is associated with the social and political realities of the present time. This chapter examines the conflict relations between Romanians and Greeks in three consecutive steps: the emergence of the national current, the reform of the Church and the secularization of the “dedicated” monasteries (places under protection of the Eastern religious communities), and the outbreak of the Irredentism in the last decades of the nineteenth century.

Romania was an overwhelmingly rural country, where there was a dichotomy between the native landless and illiterate masses of peasantry and a small propertied and educated elite. The political and intellectual elites often appealed to xenophobic rhetoric which expressed a defensive reaction of the national community against foreign pressure. According to xenophobic rhetoric, the leaseholders, cereals merchants and bankers, majority foreign people, boycotted against the country’s economical interests. The placement of the agrarian question by politicians and intellectuals in narrow ethnic context risked creating an unbridgeable gap between the city and the rural world.

The Romanians saw the Greeks as friends of Russia, which seemed contrary to their national aspirations, as supporters of the Greek Patriarch hegemony in the Orthodox world, and as promoters of the Greek idea in Macedonia, which was contrary to the Vlach-speaking ‘Romanians’ of Macedonia. It is in fact the process of shaping the image of the “internal enemy”. The chapter examines the reaction and political behaviour of some Greek wealthy and productive immigrants (Apostol Arsachi, Nicolas Suţu, Evangelis Zappas, Christofer Zerleni, Nicolas Hrissovelonis regarding the political and social transformations of the Romanian society.

The fifth chapter analyzes the mechanics of the Greek communities. The Greek communities established in the 1860 decade, and were largely prosperous and maintained specific cultural institutions (schools, churches and newspapers). In 1830, the Romanian language became compulsory in public schools. In 1863, when the Greek language had been removed from all churches and monasteries and replaced by Romanian, the prince Alexandru Ioan Cuza gave the Greeks the right to found own churches and organize themselves into separated communities. This chapter is not limited to the simple description of the community institutions and their mechanisms, but it also analyzesthe activity of some Greek priests, teachers and journalists, highlighting the complex relationships they have developed with the host society.

Το αντικείμενο του βιβλίου είναι οι Έλληνες και η κοινωνική και πολιτική τους ενσωμάτωση στο έθνος-κράτος των Ρουμάνων. Η μετακίνηση και η εγκατάσταση των απόδημων ορθόδοξων χριστιανών από τις νότιες περιοχές του Δούναβη στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες είναι μια ιστορία πολλών αιώνων. Όμως, με την είσοδο στον δέκατο ένατο αιώνα, και την ανάδυση των εθνών – κρατών στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, η ορθόδοξη πίστη και η ελληνική παιδεία, συνεκτικά στοιχεία του βυζαντινού πολιτισμού άρχισαν να αποτελούν πεδίο ιδεολογικών συγκρούσεων και αντιπαραθέσεων.

Μέσα από τη διαπραγμάτευση και τη διαλεκτική σχέση με τον «άλλο», οι διανοούμενοι οραματιστές της εθνικής αυτοδιάθεσης έλεγαν ότι η παρουσία του Έλληνα στο ιστορικό γίγνεσθαι του ρουμανικού έθνους είχε ως αποτέλεσμα να αποκοπεί η οργανική και γραμμική πορεία του από αρχαιοτάτων χρόνων έως την εποχή της προόδου και της εθνικής αναγέννησης. Στην νεώτερη εποχή, οι Έλληνες αποτελούσαν συγκροτημένες εγγράμματες κοινωνίες στις πόλεις της σύγχρονης Ρουμανίας, κυρίως στις παραδουνάβιες και παραθαλάσσιες περιοχές της.

Μεγάλο μέρος του βιβλίου στηρίζεται στη μελέτη ενός εξαιρετικά ογκώδους αρχειακού υλικού. Επίσης, σημαντικό μέρος της έρευνας έχει αφιερωθεί στην ιδεολογική παραγωγή των ρουμάνων και ελλήνων διανοουμένων: ιστορικά έργα, εφημερίδες του ρουμανικού και ελληνόγλωσσου τύπου, φυλλάδια, και άλλα επιστημονικά ή λιγότερο επιστημονικά κείμενα της εποχής. Έτσι ο αναγνώστης μαθαίνει περισσότερο για τις αντιλήψεις και τα βιώματα των δύο λαών στην κρίσιμη στιγμή της διαμόρφωσης των νέων συλλογικών πολιτικών ταυτοτήτων.

Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε εισαγωγή και πέντε κεφάλαια. Στο εισαγωγικό μέρος γίνεται μια σύντομη αναφορά στην πολιτική ιστορία της Ρουμανίας και στις πολιτικές και κοινωνικές εκφάνσεις του μεταναστευτικού φαινομένου στη σύγχρονη εποχή. Η έκδοση των Οργανικών Κανονισμών, του πρώτου «συνταγματικού χάρτη» της Βλαχίας και της Μολδαβίας (1831-1832), η ένωση των δυο ηγεμονιών (1859), η κήρυξη της ανεξαρτησίας (1877) και του βασιλείου (1881) αποτελούν βασικούς άξονες γύρω από τους οποίους γίνεται η λεπτομερής αξιολόγηση της παρουσίας και της συνεισφοράς των απόδημων Ελλήνων στη διαδικασία οικοδόμησης του έθνους – κράτους.

Το πρώτο κεφάλαιο πραγματεύεται την αλληλένδετη σχέση μεταξύ της επιστημονικής κοινότητας και της πολιτικής. Η εθνική ιστοριογραφία δημιουργεί τις ιδεολογικές προϋποθέσεις για την οικοδόμηση του ρουμανικού έθνους – κράτους. Μέσα από αφηγήσεις του παρελθόντος, προβλήθηκε η ιδέα ότι κάθε έθνος έχει τον δικό του χαρακτήρα, ο οποίος το κάνει διαφορετικό απ’ όλα τα άλλα, άρα έχει το δικαίωμα της πολιτικής αυτοδιάθεσης και της επιβίωσης. Στην περίπτωση των Φαναριωτών ηγεμόνων του δέκατου ένατου αιώνα τονίστηκε υπερβολικά ο ξενικός χαρακτήρας της εξουσίας και η δουλοπρεπής στάση τους απέναντι στους Οθωμανούς. Η ιδέα της συνέχειας και της ενότητας του έθνους στον χώρο και στον χρόνο έγινε σημείο αναφοράς όλων των ιστορικών. Σύμφωνα με την εθνική ιδεολογία, οι περιοχές όπου κατοικούσαν οι ελεύθεροι και οι αλύτρωτοι Ρουμάνοι, υπήρξαν αδιάσπαστα μέρη του ανατολικού τμήματος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Το σχήμα της συνέχειας προκαλούσε προβληματισμό γύρω από τη θέση του Βυζαντίου στην πολιτισμική υποδομή του σύγχρονου έθνους. Η μελέτη θέτει το ερώτημα κατά πόσο το Βυζάντιο αποτέλεσε μέρος της συνέχειας ή της ασυνέχειας στην ιστορική εξέλιξη των λαών των Βαλκανίων.

Στο δεύτερο κεφάλαιο αναπτύσσεται το θέμα των σχέσεων του κράτους με τους αλλοδαπούς ξεκινώντας από τη διαπίστωση ότι το σύγχρονο κράτος ως νόμιμος φορέας της άσκησης βίας επιβάλλει ένα σύστημα νόμων και αξιών σ’ όλους τους κατοίκους που ζουν εντός της εδαφικής επικράτειάς του ανεξάρτητα από την πολιτική ταυτότητά τους. Η πολιτική χειραφέτηση του έθνους – κράτους από κάθε μορφή εξωτερικής εξάρτησης αποκτήθηκε βήμα προς βήμα. Με τη σταδιακή κατάργηση της προξενικής δικαιοδοσίας, δηλαδή του συστήματος προνομίων που χορηγούσε το καθεστώς των διομολογήσεων στους ξένους υπηκόους, δρομολογήθηκε η χώρα προς την Ανεξαρτησία. Ενδιαφέρουσα είναι και η συζήτηση γύρω από την υπηκοότητα των Ελλήνων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που αφορά τις δωρεές και τα κληροδοτήματα προς το ελληνικό δημόσιο. Το κεφάλαιο κλείνει με σύντομη αναφορά στη συμμετοχή των ελλήνων υπηκόων στην ανάδειξη της Εθνοσυνέλευσης του 1862-1863. Η ευρεία και θερμή συμμετοχή τους στις εκλογικές διαδικασίες είναι ίσως η πιο σαφής μαρτυρία για τη μαζική δήλωση των συναισθημάτων τους προς το ελληνικό κράτος.

Το τρίτο κεφάλαιο πραγματεύεται το θέμα της σχέσης του κράτους με τους πολίτες. Η πράξη της πολιτογράφησης και κυρίως η απόκτηση της ιδιότητας του πολίτη συνδέονται άμεσα με την άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων. Ενώ ο θεσμός της πολιτογράφησης αφορά τα κριτήρια εισόδου των ξένων στην εθνική κοινότητα, η ιδιότητα του πολίτη αφορά την άσκηση του δικαιώματος συμμετοχής στα κοινά από τους πολιτογραφημένους και τη σταδιακή διεύρυνση των πολιτικών δικαιωμάτων προς τους κοινωνικά κατώτερους. Στη ρουμανική περίπτωση η επιδίωξη του κράτους για τη δημιουργία της κοινότητας των πολιτών βρέθηκε αντιμέτωπη με την πεποίθηση ότι η συνοχή του κοινωνικού συνόλου εξαρτιόταν από τις φυλετικές καταβολές του ρουμανικού έθνους. Η θεωρία αυτή στηριζόταν στο γεγονός ότι μεγάλο μέρος του γηγενούς πληθυσμού, που αποτελείτο από ακτήμονες αγρότες, ήταν αποκλεισμένο από την άσκηση της ιδιότητας του πολίτη. Με τη διαπίστωση ότι η σύγχρονη κοινωνία στηρίζεται στη συμμετοχή του μεσαίου πολίτη στα πολιτικά δρώμενα, τεκμηριώνεται η άποψη ότι η ενσωμάτωση των ξένων αστών, κυρίως των ορθόδοξων χριστιανών απόδημων από τις νότιες περιοχές του Δούναβη στην εγχώρια κοινωνία, ήταν ωφέλιμη και αναγκαία για την εξασφάλιση της κοινωνικής συνοχής. Σε σύγκριση με τους Εβραίους, οι Ρουμάνοι αντιμετώπιζαν καλύτερα τους ομόδοξους, αν και ο νόμος της πολιτογράφησης, τουλάχιστον από το 1879 και μετά, δεν έκανε καμία θρησκευτική ή άλλη διάκριση.

Με το τέταρτο κεφάλαιο ο αναγνώστης εισέρχεται στον φαντασιακό κόσμο του «άλλου». Εδώ συνδέεται η εικόνα του Φαναριώτη με κοινωνικές και πολιτικές πραγματικότητες της σύγχρονης εποχής. Η εξύμνηση του «γνήσιου» χαρακτήρα του αγροτικού κόσμου σε αντίθεση προς την κοσμοπολίτικη πόλη συνδεόταν με την εξίσου κοινά αποδεκτή πεποίθηση ότι η μετανάστευση ήταν πηγή του εκφυλισμού. Η τοποθέτηση του αγροτικού ζητήματος από τους πολιτικούς και διανοουμένους σε στενά εθνοτικά πλαίσια κινδύνευε να δημιουργήσει ένα αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στην πόλη και τον αγροτικό κόσμο που θα δυσκόλευε την διαδικασία της εθνικής ολοκλήρωσης, δηλαδή την διαμόρφωση του πολιτισμικά ομοιογενούς έθνους. Το κεφάλαιο εξετάζει τις συγκρουσιακές σχέσεις μεταξύ Ρουμάνων και Ελλήνων σε τρεις διαδοχικές εποχές: της ίδρυσης του σύγχρονου κράτους, της κρατικοποίησης των εκκλησιαστικών κτημάτων των Αγίων Τόπων, και του αλυτρωτισμού, που αφορά την πολιτική του ρουμανικού κράτους στη Μακεδονία. Οι Ρουμάνοι έβλεπαν τους Έλληνες ως φιλικούς προς τη Ρωσία, η οποία τους φαινόταν αντίθετη προς τις εθνικές επιδιώξεις των Ρουμάνων, ως υποστηρικτές της ιδέας της οικουμενικότητας της Εκκλησίας, που ερχόταν σε σύγκρουση με την ιδέα της εθνικής Εκκλησίας, και ως οπαδούς της ελληνικής ιδέας στη Μακεδονία, η οποία ήταν αντίθεση προς τις ρουμανικές επιδιώξεις που στόχευαν στην «αφύπνιση» της εθνικής συνείδησης των Αρωμούνων, των λατινογενών Βλάχων των Βαλκανίων. Πρόκειται στην ουσία για τη διαδικασία διαμόρφωσης της εικόνας του «εσωτερικού εχθρού». Από την άλλη, με την ανάδειξη της πολιτικής δράσης μερικών πολιτογραφημένων Ρουμάνων, η μελέτη φωτίζει τη συνεισφορά των απόδημων Ελλήνων στη δημιουργία της σύγχρονης Ρουμανίας.

Το πέμπτο κεφάλαιο αφορά τη συγκρότηση και τη λειτουργία των ελληνικών κοινοτήτων. Από τη δεκαετία του 1860 και μετά, οι Έλληνες ανέπτυξαν τους δικούς τους κοινοτικούς θεσμούς, την εκκλησία, το σχολείο και τον τύπο, που λειτουργούσαν παράλληλα με τους αντίστοιχους του κράτους και της κοινωνίας υποδοχής, και είχαν ως πρότυπα ανάλογα ιδρύματα των παροικιών του εξωτερικού. Το κεφάλαιο δεν περιορίζεται στην απλή περιγραφή των κοινοτικών ιδρυμάτων και του πλαισίου λειτουργίας τους αλλά παρουσιάζει το βιογραφικό και τη δράση μερικών Ελλήνων κληρικών, εκπαιδευτικών και δημοσιογράφων, αναδεικνύοντας έτσι τις περίπλοκες σχέσεις που αυτοί ανέπτυξαν με τα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα της κοινωνίας υποδοχής.

Ştefan Petrescu has graduated from Aristotle University of Thessaloniki and he has completed his graduate studies at the University of Bucharest (MA) and Athens (PhD). He is specialized in Balkan history, especially Greek-Romanian relationships of the eighteenth, nineteenth and twentieth centuries. He is author of the books Migration and orthodoxy in the south east Europe in the first half of the nineteenth century in the Danubian Principalities in Romanian language (2013) and The Greeks of Otherness in Romania – The Building of the nation/state of Romanians in nineteenth century in Greek (2014).  He is also author of many articles in Romanian, Greek and English languages.

 



Κατηγορίες Nέες εκδόσεις