Μανώλης Πατηνιώτης

Οι Έλληνες λόγιοι του 18ου αιώνα και οι επιστήμες του Διαφωτισμού

Περίληψη

Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, ο 18ος αιώνας σηματοδοτεί τη γένεση των επιστημών με τη μορφή που τις γνωρίζουμε σήμερα. Η κοσμολογία, η φυσική και τα μαθηματικά αποκτούν κεντρική θέση στις αναζητήσεις των επιστημόνων και η επεξεργασία της νευτώνειας σύνθεσης οδηγεί στην εδραίωση του φορμαλισμού που περιγράφει με τον καλύτερο τρόπο τα φυσικά φαινόμενα. Σημαντικότερη, ίσως, είναι η τομή στο επίπεδο της μεθόδου: η πειραματική επαγωγή εκτοπίζει τις παραγωγικές ερμηνείες της αριστοτελικής φιλοσοφίας και η αναζήτηση μαθηματικά εκπεφρασμένων κανονικοτήτων υπονομεύει το σχολαστικό ενδιαφέρον για τις πρώτες αρχές. Η νικηφόρα επέλαση της νέας επιστήμης στον κόσμο του Διαφωτισμού της προσδίδει εμβληματική σημασία, η οποία υπερβαίνει τη σφαίρα της φυσικής και συνδέεται με αιτήματα κοινωνικής και ηθικής ανασυγκρότησης ολόκληρης της κοινωνίας. Εάν, ωστόσο, οι απαρχές της νεότερης επιστήμης ήταν τόσο ξεκάθαρες, τότε θα ήταν δικαιολογημένος και ο συγκαταβατικός τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται, συχνά, οι επιστημονικές επιδόσεις των Ελλήνων λογίων του 18ου αιώνα: οι άνθρωποι αυτοί μπορεί να μην έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στη συγκρότηση της νέας επιστήμης, αλλά έκαναν ό,τι μπορούσαν για να παρακολουθήσουν τις σχετικές εξελίξεις και να μεταφέρουν στους ομοεθνείς τους το απελευθερωτικό μήνυμα του επιστημονικού ορθολογισμού. Οι περιορισμένοι υλικοί και πνευματικοί πόροι ―αποτέλεσμα, κυρίως, της οθωμανικής κυριαρχίας― καθώς και η γεωγραφική τους απομόνωση ευθύνονται για την υστέρηση, αλλά ταυτοχρόνως αναδεικνύουν το μέγεθος της προσπάθειάς τους. Παρ’ όλα αυτά, η εικόνα που αποκομίζει κανείς, όταν διαβάσει τις επιστημονικές πραγματείες των ίδιων των λογίων, είναι αρκετά διαφορετική. Διαπιστώνει ότι η εμπλοκή τους με τις διανοητικές διεργασίες του καιρού τους ήταν ιδιαίτερα δραστήρια και η συμβολή τους στη διαμόρφωση της νέας φυσικής φιλοσοφίας κάθε άλλο παρά περιθωριακή. Για να κατανοήσουμε, όμως, πληρέστερα αυτή τη διάσταση (η οποία, ασφαλώς, έρχεται σε αντίθεση με την παραδοσιακή θετικιστική ιστοριογραφία) θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τις ακόλουθες δύο παραμέτρους: Αφενός ότι, σύμφωνα και με νεότερες μελέτες από το χώρο της ιστορίας των επιστημών, η διαμόρφωση της σύγχρονης επιστήμης ούτε γραμμική ήταν ούτε διέπονταν από κάποιας μορφής μεταφυσική αναγκαιότητα για «καλύτερη» ή «πληρέστερη» κατανόηση της φύσης. Η ανάδυση της νέας επιστήμης υπήρξε μια σύνθετη διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας συνέκλιναν πλήθος γνωσιακών, πολιτικών και θεολογικών εγχειρημάτων. Το είδος του επιστημονικού λόγου που εδραιώθηκε σταδιακά στη διάρκεια του 19ου αιώνα ήταν αποτέλεσμα μακροχρόνιων και σύνθετων διαπραγματεύσεων ανάμεσα σε όλα αυτά τα διανοητικά εγχειρήματα, όπως εκφράζονταν σε ποικίλα τοπικά πλαίσια. Αφετέρου ότι οι Έλληνες λόγιοι κινούνταν κατά μήκος ενός ιδιαίτερα εκτεταμένου δικτύου κοινωνικών, οικονομικών και διανοητικών επαφών, που ένωνε την Οθωμανική Αυτοκρατορία με τον υπόλοιπο ευρωπαϊκό χώρο. Φορείς μιας φιλοσοφικής παιδείας που κάθε άλλο παρά περιθωριακή ήταν (ας μην ξεχνάμε ότι τα περισσότερα πανεπιστήμια εξακολουθούσαν να έχουν αριστοτελικό curriculum), αναμφίβολα αντιλαμβάνονταν τη σημασία των νέων εξελίξεων. Εκείνο που δεν αντιλαμβάνονταν ήταν η ανάγκη οριστικής και αμετάκλητης ρήξης με αυτή την επικυρωμένη από το χρόνο και δοκιμασμένη από την εμπειρία κληροδοτημένη σοφία. Η αναμενόμενη στάση τους απέναντι στα νέα ρεύματα, συνεπώς, δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να είναι η παθητική αποδοχή ―το δέος απέναντι σε μια «επιστήμη» που μόνο στα τέλη του 19ου αιώνα κατόρθωσε να εδραιώσει την υπεροχή της― αλλά η συμμετοχή, με τη βοήθεια του οικείου διανοητικού εξοπλισμού τους, στον πολύμορφο διάλογο που έτσι κι αλλιώς διεξαγόταν γύρω από τη νέα φυσική φιλοσοφία. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να αναδείξει αυτή τη διάσταση της διανοητικής δραστηριότητας των Ελλήνων λογίων του 18ου αιώνα: να ανιχνεύσει τη διαμόρφωση της πνευματικής τους φυσιογνωμίας μέσα από τη συμμετοχή τους στο διάλογο για τη νέα φυσική φιλοσοφία και να επαναπροσδιορίσει τη θέση τους σε σχέση με την αναδυόμενη νεωτερικότητα. Για το σκοπό αυτό θα γίνει μια (αδρή, ασφαλώς) επισκόπηση του επιστημονικού και μεθοδολογικού στοχασμού που απαντά στις εργασίες τους και, στη συνέχεια, θα τοποθετηθεί ο στοχασμός αυτός στο πλαίσιο των συναφών συζητήσεων που διεξάγονταν στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο.

Η ανακοίνωση (PDF)