Σοφία Βούλγαρη

Ανθρωποζώα και τέρατα στο έργο του Γιώργου Χειμωνά

Περίληψη

Αντικείμενο της ανακοίνωσης αποτελεί η ζωολογική και τερατική διάσταση της ανθρώπινης μορφής στο έργο του Γιώργου Χειμωνά, μέσω της οποίας μεταδίδεται η αγωνία του θανάτου και εικονογραφείται, με τον πιο κυριολεκτικό τρόπο, η αποσύνθεση ή απώλεια της ταυτότητας του υποκειμένου. Ο χειρισμός αυτός της ανθρώπινης μορφής παραπέμπει, συν τοις άλλοις, στη διερεύνηση της ζωικής διάστασης του ανθρώπου, στην οποία με εμμονή εντρύφησε ο κορυφαίος “αντι-μοντερνιστής” ζωγράφος Francis Bacon. Η παραμόρφωση ή διάλυση του ανθρώπινου σώματος δεν χρησιμεύει μόνο στην απεικόνιση συναισθημάτων, αλλά αποδίδει και ενσαρκώνει, επίσης και κυρίως, τη μετα-νεωτερική απορία περί υποκειμένου και ανασκάπτει τη βίαιη, ωμή και νεκροζώντανη ύλη της επιθυμίας, απηχώντας μια οντολογία του πολλαπλού και του ρευστού. Ο θάνατος, ως αόριστη απειλή κατά της ζωής και της μορφής, ως το ριζικά έτερον, υπονομεύει την αναπαραστατική δύναμη της εικόνας και ακυρώνει την οριστική νοηματοδότηση. Από την άποψη αυτή, τα ανθρωποζώα και τα τέρατα του Γ. Χειμωνά σηματοδοτούν την παραμορφωτική εισβολή του θανάτου και του σκότους, που διαβρώνει τις μορφές και αναβάλλει διαρκώς το νόημα. Μέσα από αυτές τις οριακές και ανοίκειες μορφές η γραφή του Χειμωνά διαπραγματεύεται όχι μόνο την ταυτότητα του μετα-νεωτερικού υποκειμένου αλλά και, ευρύτερα, τις σκοτεινές διασυνδέσεις και υπόγειες συναλλαγές μεταξύ τέχνης, επιθυμίας και θανάτου. Η παρούσα ανακοίνωση θα αναφερθεί στα μείζονα θέματα της πεζογραφίας του Χειμωνά με κέντρο το δίπολο ταυτότητα –ετερότητα, σε σχέση αφενός με μια ηθική της φιλοξενίας, που αναδύεται από τα έργα του, αφετέρου με την αγωνιώδη αναζήτηση του άλλου, την περιπετειώδη συνάντηση με τον άλλο και το άλλο, η οποία συχνά συνορεύει με το απόλυτο σκοτάδι και οδηγεί στην απώλεια του εγώ. Το ανθρωπόζωο και η τερατική παραμόρφωση ορίζουν όχι μόνο τον πόνο ως βασικό ειδοποιό γνώρισμα του ανθρώπινου όντος, τη φρίκη ως κύρια διάσταση της ζωής, ή τη σιωπή ως εγγενή ιδιότητα της γλώσσας, αλλά και εξεικονίζει την έκλειψη ή την απουσία του ανθρώπινου και τη ματαίωση της ολοκλήρωσης του υποκειμένου μέσω της ένωσης με τον άλλο και τον κόσμο. Στο πνεύμα της εγελιανής φιλοσοφίας του θανάτου, που διαποτίζει τον στοχασμό του Μπλανσό, του Μπατάιγ και του Λακάν, η εσώτερη ουσία του υποκειμένου νοείται ως η απόλυτη αρνητικότητα, ως η νύχτα του κόσμου. Έτσι, η μορφή διαβρώνεται από το άμορφο, η ταυτότητα από τη ριζική ετερότητα, η φιλοξενία από το ανοίκειο και το παράξενο, με αποτέλεσμα η διερεύνηση της ταυτότητας του (σύγχρονου, κρίσιμου) ανθρώπου και κατ΄ επέκταση του καλλιτέχνη να εξορίζεται στη τερατική εικόνα του μη-νοητού, την ενσάρκωση του μη-ανθρώπου, την προσωποποίηση του θανάτου. Εδώ η τέχνη δεν εξαντλείται, όμως, στην παραμόρφωση, ούτε ανάγεται σε μεταμόρφωση, αλλά έγκειται σε μια, κατά Λακάν, αναμόρφωση, που προσπαθεί να παραστήσει το μη αναπαραστάσιμο, να ορίσει μια ταυτότητα που διαρκώς διαφεύγει μέσα από ένα διαλυόμενο και ρευστό σώμα.

Η ανακοίνωση (PDF)