Dragomira Valtcheva

Λογοτεχνική μετάφραση και συγκρότηση εθνικής ταυτότητας: δύο μεταφράσεις αρχαιοελληνικών έργων της περιόδου του βουλγαρικού Διαφωτισμού (19ος αι.)

Περίληψη

Οι μεταφράσεις ξένων λογοτεχνικών έργων που πραγματοποιήθηκαν κατά την περίοδο της βουλγαρικής Αναγέννησης (πρώτο μισό του 19ου αιώνα) προετοίμασαν, όπως είναι γενικώς αποδεκτό, τη δημιουργία της κατ’ εξοχήν νέας βουλγαρικής λογοτεχνίας. Ως γλώσσα πηγή ή ως ενδιάμεση γλώσσα κατά την πρώιμη αυτή μεταφραστική διαδικασία χρησίμευε, ως επί το πλείστον, η ελληνική. Την ίδια περίοδο, σε σχέση με τη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης του βουλγαρικού λαού, κυκλοφορούσαν διάφορες απόψεις για την εθνική ταυτότητα των Βουλγάρων, εμπνευσμένες από τη ρομαντική ιστοριογραφία της εποχής. Η παρούσα ανακοίνωση πραγματεύεται το ζήτημα για τη μετάφραση ως μεταγραφή (rewriting), μέσω της οποίας προωθούνται συγκεκριμένα μοντέλα εθνικής ταυτότητας. Παρουσιάζονται δύο αναλυτικά παραδείγματα από έργα της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας που μεταφράστηκαν στα βουλγαρικά το 1853 και το 1871 αντίστοιχα. Το πρώτο έργο είναι ο διάλογος του Λουκιανού «Τόξαρις ή φιλία» που αποτελεί μια συζήτηση του Έλληνα Μνησίππου και του Σκύθη Τοξάρεως, κατά την οποία ο καθένας από τους συνομιλητές διηγείται πέντε ιστορίες με αντικείμενο τη φιλία. Στη βουλγαρική μετάφραση όμως, ο Τόξαρις εμφανίζεται με αλλαγμένη ταυτότητα (αρχαία σλαβική αντί για σκυθική) και με εκβουλγαρισμένο όνομα (Στρέλκο αντί για Τόξαριν). Το πρωτότυπο της δεύτερης μετάφρασης είναι απόσπασμα από το έργο «Δειπνοσοφισταί» του Αθηναίου στο οποίο περιγράφεται ένα πολυτελές δείπνο που παραχωρήθηκε από τον πλούσιο Μακεδόνα Κάρανο. Εν προκειμένω, ο Βούλγαρος μεταφραστής ταυτίζεται με τους αρχαίους Μακεδόνες επιχειρώντας να αποδείξει την υπεροχή του μακεδονικού πολιτισμού απέναντι στον ελληνικό. Επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι και στις δύο περιπτώσεις, μέσα από διάφορες μεταφραστικές στρατηγικές (προσθήκες, αφαιρέσεις, χρήση παρακειμένων), οι μεταφραστές προσπαθούν να ξυπνήσουν την εθνική συνείδηση του αναγνωστικού κοινού, αναζητώντας τις ρίζες του βουλγαρικού έθνους στο απώτερο παρελθόν της ευρωπαϊκής ιστορίας. Οι μεταφραστικές αυτές προσπάθειες εντάσσονται σε δύο γενικότερα μοντέλα συγκρότησης εθνικής ταυτότητας – το πανσλαβιστικό και το αρχαΐζον βαλκανικό – τα οποία ήταν διαδεδομένα κατά την περίοδο της βουλγαρικής Αναγέννησης.

Η ανακοίνωση (PDF)