Νίκος Μαυρέλος

Η ειδολογική ταυτότητα του λογοτεχνικού κειμένου και οι μεταμορφώσεις της. Μεταφράσεις του El Perfecto Novelista του Manuel Silvela στα Γαλλικά και τα Ελληνικά

Περίληψη

Εδώ και αρκετά χρόνια γράφτηκαν κάποια σχόλια από διάφορους μελετητές για το πρότυπο του ροϊδικού «Εγχειριδίου διηγηματογραφίας». Έκτοτε η άμεση σχέση του με ένα μεταφρασμένο κείμενο στη Χρυσαλλίδα («Τίνι τρόπω γράφονται τα μυθιστορήματα», 1863) θεωρήθηκε δεδομένη, αλλά λάνθανε το πρωτότυπο και η ταυτότητα του μεταφραστή της Χρυσαλλίδας. Σε από κοινού δημοσίευσή μας με τη Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη ανακοινώθηκε το ισπανικό πρωτότυπο («El Perfecto Novelista», περ. La Ilustración 1850) του Manuel Silvela και οι γαλλικές μεταφράσεις από τον Jules Cohen (στα έντυπα La Semaine, 1850 και Supplément littéraire du Dimanche του Figaro, 1884), που χρησιμοποίησαν οι Έλληνες μεταφραστές, ενώ επιχειρήθηκε πρωτογενής σχολιασμός κάποιων αλλαγών στις μεταφράσεις. Αυτό που θα επιχειρηθεί στην παρούσα ανακοίνωση είναι η ανίχνευση των συγκεκριμένων μορφικών, υφολογικών, λεξιλογικών και άλλων αλλαγών κατά τη μετάφραση από τα ισπανικά στα γαλλικά, η οποία αλλοιώνει το κείμενο ως προς την ειδολογική του ταυτότητα, αλλά και σε επίπεδο πληροφοριών για την ισπανική λογοτεχνική παραγωγή. Επιπλέον, θα επιχειρηθεί να δειχθεί πώς οι αλλαγές αυτές περνάνε στις δύο ελληνικές μεταφράσεις (στη Χρυσαλλίδα και την εφ. Ακρόπολις το 1884), που ακολουθούν τα γαλλικά κείμενα. Ως γνωστόν, οι διαμεσολαβημένες μεταφράσεις φέρουν πάντα τη σφραγίδα της ενδιάμεσης γλώσσας που γνωρίζουν οι μεταφραστές, για να μπορέσουν να προσεγγίσουν ένα κείμενο γραμμένο σε άγνωστο γι’ αυτούς γλωσσικό ιδίωμα. Στην περίπτωσή μας αναδεικνύονται και εξωκειμενικοί παράγοντες. Για παράδειγμα ο ρόλος που έχει το κύρος ή η διάδοση ενός εντύπου (όπως η εφ. Figaro), όπου δημοσιεύεται ένα κείμενο, για την υποδοχή του εν λόγω κειμένου σε άλλα κράτη. Επίσης σημαντικός εξωκειμενικός παράγοντας είναι και η ιδιότητα του συγγραφέα (πρεσβευτής της Ισπανίας στο Παρίσι), που οδηγεί τον Γάλλο μεταφραστή στην αλλοίωση του επιθετικά παιγνιώδη χαρακτήρα της σάτιρας κ.ό.κ. Η αλλοίωση αυτή αναδεικνύει όμως και την ταυτότητα του εκάστοτε μεταφραστή (ειδικά του πρώτου, που ακόμα μένει να ταυτιστεί με σιγουριά), όπως στην περίπτωση των μεγάλων διαφορών που εντοπίζουμε στα δύο ελληνικά μεταφρασμένα κείμενα. Τέλος, θα σχολιαστεί η σατιρική ταυτότητα του κειμένου και ο τρόπος που επηρεάζει αρκετούς Έλληνες λογίους (Ροΐδης, Ει. Ασώπιος, Ξενόπουλος, Μαντζαβίνος), διαμορφώνοντας σε κάποιο βαθμό τα ελληνικά λογοτεχνικά πράγματα, αλλά προσαρμοσμένη στα καθ’ ημάς. Το «Εγχειρίδιο Διηγηματογραφίας» του Ροΐδη και το «Περί Κάλλους» του Ξενόπουλου είναι δύο από τα δείγματα της απήχησης του ισπανικού κειμένου στην Ελλάδα, για τα οποία θα γίνει λόγος.

Η ανακοίνωση (PDF)