Κέλη Δασκαλά

Η νόσος της λέπρας ως ταυτότητα: από τον Μεσσία-λυτρωτή στον λεπρό-αγωνιστή

Περίληψη

1968, ο Werner Herzog γυρίζει στην Κρήτη τη μικρού μήκους ταινία του Τελευταία λόγια (Letzte Worte) με θέμα τον τελευταίο κάτοικο της Σπιναλόγκας, ο οποίος μετά το κλείσιμο του λεπροκομείου, στα 1957, αρνήθηκε να το εγκαταλείψει και παρέμεινε εκεί μέχρι τη βίαιη απομάκρυνσή του. Σε όσα πλάνα εμφανίζεται ο έσχατος λεπρός κάτοικος της Σπιναλόγκας (τον πρωταγωνιστικό ρόλο κρατά ο Αντώνης Παπαδάκης ή Καρεκλάς, διάσημος στο νησί λυράρης) είναι σιωπηλός. Μιλάνε όλοι οι άλλοι για την περιπέτειά του, αλλά όχι ο ίδιος, ο οποίος στο τέλος μόνο ξεσπά: «Δεν λέω τίποτα. Έτσι γουστάρω. Δεν λέω τίποτα. Τίποτα δεν λέω. Όχι δεν λέω. Σας είπα δεν λέω. Δεν μ’ αρέσει. Τίποτα δεν λέω. Αυτό είναι η τελευταία μου λέξη. Ετελείωσε…». Η στάση του ήρωα να μην μιλήσει για την ασθένεια και την απομόνωση που βίωσε ταιριάζει απόλυτα με τη διαδεδομένη εντύπωση που έχουμε για τη λέπρα. Η λέπρα έχει συνδεθεί με τη σιωπή, τον κοινωνικό αποκλεισμό, τον περιορισμό των ασθενών είτε σε απομακρυσμένες από την υγιή κοινότητα περιοχές, είτε σε ιδρύματα. Η λέπρα για μεγάλο χρονικό διάστημα υπήρξε (και σε μερικές περιπτώσεις εξακολουθεί να είναι) η ασθένεια για την οποία δεν μιλάς, την οποία δεν ονομάζεις. Εξαιτίας των εξωτερικών της συμπτωμάτων (στίγματα, απώλεια των άκρων, πέσιμο αυτιών, μύτης ή χεριών) συνδέθηκε με εικόνες απώθησης και φρίκης, σήμαινε κάτι το αηδιαστικό, το αποτρόπαιο, αλλά κυρίως κάτι το ανήθικο. Η λέπρα από την εποχή της Βίβλου αντιμετωπίστηκε σαν τιμωρία του θεού, που πέφτει στα κεφάλια των διεφθαρμένων και αμαρτωλών. Δημιουργήθηκε έτσι το στίγμα της λέπρας, το οποίο εξέφραζε τον ανθρώπινο φόβο, όχι μόνο για τη βιολογική, αλλά και την ηθική μετάδοσή της –προπαντός τη δεύτερη. Οι μεταφορές μιας νόσου στη ζωή, αλλά και στην τέχνη, αποτελούν μια αποκαλυπτική περιπλάνηση στον χρόνο, τις αντιλήψεις διαφορετικών εποχών, την επιλογή των λογοτεχνών να μιλήσουν αυτοί, μέσα από τα κείμενά τους, την ώρα που οι ασθενείς ή ο περίγυρος επιλέγουν τη σιωπή. Κείμενα που μιλούν άλλοτε με σαφήνεια και άλλοτε αλληγορικά, που επενδύουν τη νόσο με νοήματα, έξω από την ιατρική αντιμετώπιση ή την ορθολογική της θεώρηση, κείμενα που μεταφέρουν διαφορετικές αισθητικές και ιδεολογικές αντιλήψεις για την λογοτεχνία και τον ρόλο της στην κοινωνία. Παρακολουθώντας πώς οι λογοτέχνες διαφορετικών εποχών (Λιούις Γουάλας, Χέρμαν Μέλβιλ, Δημήτριος Βικέλας, Τζακ Λόντoν, Λεονίντ Αντρέγιεφ, Γαλάτεια Καζαντζάκη, Πέτρος Πικρός, Θέμος Κορνάρος, Γουλιέλμος Άμποτ, Βικτώρια Χίσλοπ κ.ά.) επιλέγουν να μιλήσουν για το στίγμα της λέπρας, θα σκιαγραφήσουμε τόσο την ταυτότητα του λεπρού ως λογοτεχνικού ήρωα, όσο και τον τρόπο που οι παραπάνω καλλιτέχνες ανιχνεύουν την ετερότητα, τις σχέσεις με τους άλλους, τους υγιείς· από τον ακάθαρτο μιαρό λεπρό της Βίβλου, τους λεπρούς-ερημίτες στα τέλη του 19ού αιώνα, που «θεραπεύονται» από έναν Μεσσία-λυτρωτή, στους λεπρούς-επαναστάτες των αρχών του 20ού, αλλά και τους μετριοπαθείς αγωνιστές του 21ού αιώνα, οι οποίοι δεν υποστηρίζουν πλέον τη σύγκρουση, αλλά την ειρηνική συνάντηση των δύο κόσμων.

Η ανακοίνωση (PDF)