Γιώργος Φρέρης

Ταυτότητα κι επικαιρότητα στο έργο του Δημήτρη Δημητριάδη

Περίληψη

Πρόθεσή μου να ενδοσκοπήσω τη γραφή του Θεσσαλονικιού συγγραφέα Δημήτρη Δημητριάδη, μεταφραστή, ποιητή, μυθιστοριογράφο και θεατρικό συγγραφέα, και να την προσδιορίσω, να δω δηλαδή την ταυτότητά του. Κι αυτό γιατί ο λόγος του από το πρώτο του γραπτό, Πεθαίνω σαν χώρα. (1980), μέχρι το τελευταίο Χρύσιππος. (2008), αφού έχει γράψει άλλα 28 έργα, τολμά κι αφήνεται με τρόμο και δέος, να οδηγηθεί στην ουσία της λογο-τεχνίας ή της τεχνικής του λόγου. Προβάλλει πάντα μ’ ένα «ψυχοσωματικό» δικό του τρόπο, το ακάλυπτο κέντρο της ανθρώπινης ύπαρξης, την εσωτερική εμπειρία του ανυπέρβατου ορίου, αναζητώντας το θείο εκεί που οι θρησκείες το τοποθετούν, χωρίς ποτέ να παραμελεί την αισθητική-στυλιστική διάσταση του λόγου. Η γραφή του πασχίζει να ορίσει τα όριά της μέσω μιας ψυχαναλυτικής τάσης που διαπραγματεύεται την πραγματικότητα και που ο λόγος την αναδυκνύει μέσω του άρρητου. Ο λόγος του Δ.Δημητριάδη προχωρεί πάντοτε σ’ έναν ουσιώδη και στοιχειακό αναστοχασμό της ίδιας της γραφής. Δε μένει απλά στην ανατροπή της υπόθεσης που εξετάζει αλλά διαπρέπει στη διερώτηση και το άνοιγμα της φόρμας. Η ευθύνη του συγγραφέα συνίσταται στο να αναδειχθεί ασυμφιλίωτος γι αυτό το λόγο και η γραφή του αναδεικνύεται σαν ένας κόμβος ψυχοσωματικού συμπτώματος, σαν μια οδυνηρή ηδονή (jouis-sens την αποκαλεί ο Λακάν) ενώ n γλώσσα του επιχειρεί να αγγίξει τα όριά της και την ανέφικτη υπέρβασή τους και μ’ αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται η σμίξη του αναγκαίου με το αδύνατο. Η παράνοια, η εφιαλιτική απουσία επαφής και επικοινωνίας, ένα παραισθησιογενές σύμπαν αλλά κι ο συγκλονισμός της ύπαρξης από την έλλειψη νοήματος την οποία προκαλεί το θηριώδες μέγεθος του κενού, γίνονται σχεδόν τα κύρια χαρακτηριστικά των καφκικών ηρώων του Δ.Δημητριάδη κι αποκαλύπτουν ένα τοπίο στο οποίο έχουν ερημωθεί και καταστραφεί τα πάντα. Η αφήγησή του παρακολουθεί την όποια δράση από απόσταση, χωρίς την παραμικρή συναισθηματική ταύτιση, με λέξεις γυμνές από ηθικούς ή ιδεολογικούς περιορισμούς. Κι αυτό γιατί ο συγγραφέας στοχεύει πάντοτε στη μπρεχτική αποξένωση: να καταλάβουμε καλύτερα τι συμβαίνει μόνον αν νιώσουμε εντελώς ανοίκεοι με τα δρώμενα, αφήνοντάς τα να εξελιχθούν ερήμην της οποιαδήποτες συμμετοχής μας. Η διατύπωση ενός πράγματος με άλλον τρόπο από αυτόν που έχει διατυπωθεί μέχρι τώρα, δεν υπόκειται σ΄ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα ή σ’έναν σκόπιμο σχεδιασμό, αλλά ανήκει στη φύση των ειδών του λόγου, με τα οποία ασχολείται. Είναι δηλαδή μηχανισμοί διατύπωσης του ανέκφραστου που στηρίζονται κι αντλούν την ενέργειά τους από την επινόηση και τίποτε άλλο. Έτσι η οραματική γραφή που ο Δ.Δημητριάδης είναι υποχρεωμένη να δανείζεται από όλα τα στρώματα της ελληνικής γλώσσας με αποτέλεσμα να αγγίζει τα όρια της εξομολόγησης, να δημιουργεί μια αλχημεία λογοτεχνική, να συμβαδίζει με την υπερβατικότητα, να εναρμονίζεται με το κακό και το καλό, να εκφράζει τον υπαρξιακό εφιάλτη μιας συνείδησης εν εγρηγόρσει, να ακυρώνει το εθνικό υποσυνείδητο και να το αναγάγει στην ανθρωπιστική αυτογνωσία. Αυτή η ιδιότυπη ταυτότητα του Δ.Δημητριάδη, καταστάλλαγμα της ανάγνωσης των όσων έχει μεταφράσει, από τον Bataille και τον Blanchot μέχρι και τον Cioran και τον Kolteς, καθιστά τη γραφή του όχι μόνον ευρωπαϊκή αλλά παγκόσμια, ίσως γιατί σκόπιμα αποφεύγει να τοποθετηθεί σε επίπεδο αυτοβιογραφικό και παροτρύνει τον αναγνώστη του να στοχαστεί πάνω στην ουσιώδη σχέση γλώσσας και νοήματος, γραφής και πραγμάτων, να συνηδητοποιήσει με κριτική οπτική έναν καταρέοντα πολιτισμό, κάτι που αποκτά μια συγκλονιστική επικαιρότητα. Θα βασιστώ κυρίως στα έργα του Πεθαίνω σαν χώρα. (1980), Λήθη και άλλοι τέσσερις μονόλογοι (2000), Ανθρωπωδία (2002) και Η μεταφορά (2007).

Η ανακοίνωση (PDF)