Βενετία Μπαλτά

Ο Άνθρωπος και η Ιστορία: αναζητήσεις και συνθέσεις ταυτότητας σε λογοτεχνικά κείμενα του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου

Περίληψη

Το έργο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου (1924-2008) είναι μεγάλο σε έκταση και πολυδιάστατο. Η ιστορική συγκυρία και η θέση του ανθρώπου σ’ αυτήν κατέχουν σημαίνουσα θέση στην αφήγηση συνιστώντας δύο σταθερές συνεκτικές δυνάμεις της. Η σχέση του ανθρώπου με την ιστορία απασχολεί τον συγγραφέα σε όλα του τα λογοτεχνικά κείμενα: ο β΄ παγκόσμιος πόλεμος, η κατοχή, ο εμφύλιος και, για πολλά αφηγηματικά πρόσωπα, ο μακρόχρονος εκπατρισμός συνιστούν εμπειρίες ζωής οργανικά ενταγμένες στον αφηγηματικό ιστό. Ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται απλώς για το ιστορικό γεγονός· αναδεικνύει την υποκειμενική του πρόσληψη, τη λογική και συναισθηματική του επεξεργασία από τη συνείδηση. Φέρνει στο προσκήνιο και διερευνά διεξοδικά την συνακόλουθη στάση ζωής. Πρόκειται για στοιχεία που καθορίζουν τη συγκρότηση της ταυτότητας των αφηγηματικών προσώπων και ταυτόχρονα την ερμηνεύουν. Στα κείμενα του Αλεξανδρόπουλου, η ταυτότητα αυτή είναι δυναμική και νοείται στη διαλεκτική της σχέση με τον αντικειμενικό κόσμο αλλά και τον άλλο άνθρωπο. Στηριζόμενη σε δύο κυρίως λογοτεχνικά έργα του συγγραφέα, το “Νύχτες και Αυγές” και το “Αυτά που μένουν”, η παρούσα εισήγηση έχει ως στόχο να μελετήσει αυτήν ακριβώς τη δυναμική της ταυτότητας των αφηγηματικών προσώπων, εξετάζοντας το ρόλο και τη θέση της σε σχέση με τη συνολική προοπτική της αφήγησης. Η επιλογή των κειμένων στηρίζεται σε συγκεκριμένα κριτήρια. Τα δύο έργα αποτελούν ευρείες αφηγηματικές συνθέσεις και επιχειρούν να φωτίσουν, το κάθε ένα με το δικό του τρόπο, καίριες περιόδους της ελληνικής ιστορίας του 20ου αιώνα. Έργο νεότητας από πολλές απόψεις, το μυθιστόρημα “Νύχτες και Αυγές” (1961 και 1963) χαιρετίστηκε από την κριτική για την αρτιότητα της σύνθεσης συνιστά δε την αφετηρία ενός πολύπλευρου προβληματισμού που αναπτύχθηκε διεξοδικά σε επόμενα κείμενα. Στο “Νύχτες και Αυγές”, η δράση τοποθετείται την εποχή της κατοχής και της αντίστασης. Ο αναγνώστης παρακολουθεί την ανταπόκριση των προσώπων στις προκλήσεις της εποχής ενώ οι ατομικές επιλογές συνυφαίνονται άρρηκτα με τη «μεγάλη ιστορία». Στο πεδίο αυτό διαμορφώνονται εξάλλου τα χαρακτηριστικά της ταυτότητας των προσώπων, που αποτελούν άξονα μελέτης της παρούσας εισήγησης. Τριάντα χρόνια συστηματικής συγγραφικής δραστηριότητας χωρίζουν το “Νύχτες και Αυγές” από το “Αυτά που μένουν” (1994). Η μυθιστορηματική ανάπτυξη έχει εδώ αυτοβιογραφική αφετηρία: από τη γενέθλια πόλη, την Αμαλιάδα, στην Αθήνα, από εκεί στο Γράμμο, στην αναγκαστική μακροχρόνια υπερορία και τέλος πάλι στην Ελλάδα. Ως ενδοκειμενικό πρόσωπο, ο αφηγητής – συγγραφέας κινείται συνειρμικά στο χρόνο και επιχειρεί έναν απολογισμό ζωής, τόσο στο επίπεδο των πράξεων, όσο και των ιδεολογικών και υπαρξιακών αναζητήσεων. Μεγάλο μέρος του κειμένου είναι αφιερωμένο στη ζωή των πολιτικών προσφύγων στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Σταδιακά, η συνείδηση της εξορίας αποκτά στο κείμενο τα χαρακτηριστικά μιας ηθικής διανοητικής πορείας που αντιστοιχεί σε μια στάση ζωής και σε συνακόλουθες επιλογές ταυτότητας. Η στάση αυτή επελέγη κατά τη διάρκεια της εφηβείας, υπό τις καθοριστικές εμπειρίες του πολέμου και της αντίστασης και κάποια από τα πρόσωπα του μυθιστορήματος επιθυμούν να μείνουν πιστά σ’ αυτήν. Στο πλαίσιο αυτό, η δυναμική της ταυτότητας που ενδιαφέρει την εισήγηση, εξετάζεται στη διπλή της υπόσταση: ως στοιχείο και υλικό της αφήγησης αλλά και ως αντικείμενο στοχασμού από τον αφηγητή – συγγραφέα. . Η συνεξέταση των δύο κειμένων, “Νύχτες και Αυγές” και “Αυτά που μένουν”, βάσει της οπτικής της ταυτότητας επιδιώκει να ανιχνεύσει και να αναδείξει κοινούς τόπους, αναλογίες αλλά και αποκλίσεις στην ανάπτυξη του θέματος. Θα υπάρξουν επίσης σύντομες αναφορές σε άλλα λογοτεχνικά κείμενα του Αλεξανδρόπουλου (“Φύλλα – Φτερά”, “Μικρό όργανο για τον επαναπατρισμό”, “Στο όριο”) και άλλων συγγραφέων (Έ. Αλεξίου, Δ. Χατζή).

Η ανακοίνωση (PDF)