Βασίλης Μάστορης

Παπαδιαμάντης μυθιστοριογράφος. Η αδύναμη ταυτότητα μιας λογοτεχνικής ιστορικότητας

Περίληψη

Αν δεχθούμε ότι η λογοτεχνία έγκειται κυρίως στην αναπαραγωγή αλλά και στη διεύρυνση των κυρίαρχων μορφών οργάνωσης της ανθρώπινης παραστατικότητας, τότε έργο του μυθιστορήματος είναι η οργάνωση αλλά και η διεύρυνση της συνείδησης του υποκειμένου. Ας δεχθούμε ότι το είδος της υποκειμενικής συνείδησης που ενεργοποιείται μέσα στο μυθιστόρημα είναι η ιστορική συνείδηση. Ανεξάρτητα του γεγονότος ότι τόσο η ιστορικότητα όσο και το μυθιστόρημα, υπό την νεοτερική τους εκδοχή, συνεμφανίζονται, αν δεν αποτελούν και το γενέθλιο σχήμα της νεότε-ρης Ευρώπης, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί παράδοξο ένας τρόπος σύλληψης του κόσμου ενιαίος να εκδηλώνεται μέσα από δομικά συγγενή εννοιολογικά σχήματα οργάνωσης της αντιληπτικότητας. Αν εξετάσουμε το έργο του Παπαδιαμάντη υπό αυτό το εννοιολογικό σχήμα, μπορούμε να συνάγουμε ενδιαφέροντα στοιχεία αναφορικά με τις διαδικασίες συγκρότησης της νεοελληνικής ταυτότητας κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ου αιώνα. Προϋπόθεση αυτής της έρευνας δεν είναι τόσο το να μην εγκλωβιστεί ούτε στο ένα ούτε στο άλλο πεδίο της λογοτεχνικής δραστηριότητας του Παπαδιαμάντη (μυθιστόρημα – διήγημα), όσο το να επικεντρωθεί και να εντοπίσει τους λόγους της στροφής του συγγραφέα από το ένα είδος στο άλλο. Υποστηρίζεται βέβαια από πολλούς ότι τέτοια στροφή δεν υπήρξε. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης χωρίζονται σε δυο κατηγορίες. α. Στους μελετητές που θεωρούν το διήγημα ατελή μορφή μυθιστορήματος και – συνεκδοχικά – την ελληνική λογοτεχνία ελάσσονα μορφή ή εκδοχή της ευρω-παϊκής. β. Στη δεύτερη κατηγορία υπάγεται μια νεότερη ερμηνεία που θεωρεί το συνολικό έργο του Παπαδιαμάντη ως πολλαπλές όψεις ενός ενιαίου μυθιστορήματος, για να καταλήξει όμως σε θέσεις ομόλογες της πρώτης κατηγορίας, ερμηνεύοντας τη στρατηγική του Παπαδιαμάντη ως επανάληψη της χειρονομίας της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας που προηγείται της εμφάνισης του μυθιστορήματος. Η σχετική καθυστέρηση του ελληνικού βηματισμού είναι μεγαλύτερη του αναμενομένου. Προϋπόθεση του μυθιστορήματος είναι η αναπαραγωγή της κυρίαρχης μορφής συνεκτικότητας της ανθρώπινης κοσμοαντίληψης, δηλ. η αναπαραγωγή της συνθήκης του υποκειμένου, του αφηγητή. Από τη στιγμή που η σύγχρονη αφηγηματολογία αναγνωρίζει στο πρόσωπο του αφηγητή το οργανωτικό κέντρο του νοήματος, τη θέση του υποκειμένου, δεν δικαιούμαστε μάλλον να επιστρέψουμε στο συγγραφέα προκειμένου να επιλύσουμε το πρόβλημα της συνοχής που προκύπτει από τη θεώρηση της διηγηματικής παραγωγής του συγγραφέα ως ένα είδος πολυπρισματικού μυθιστορήματος. Δεδομένου μάλιστα ότι ανάλογο πρόβλημα συνοχής και ολοκλήρωσης διαπιστώνεται και στην ποίηση του Σολωμού, η απουσία συνεκτικού υποκειμένου αναδεικνύεται σε κυρίαρχο μορφολογικό χαρακτηριστικό ταυτότητας της ελληνικής κοσμοαντίληψης. Η στροφή λοιπόν στο διήγημα δεν μπορεί να θεωρηθεί «επιστροφή στο μαντρί της ρωμιοσύνης» αλλά επανάκαμψη στον κυρίαρχο στην ελληνική κοσμοαντίληψη τρόπο οργάνωσης της συνοχής της ανθρώπινης παραστατικότητας. Χωρίς συνεκτικό εγώ δεν υπάρχει μυθιστόρημα. Δεδομένου όμως ότι η λογοτεχνία εν γένει είναι αδύνατη χωρίς κυρίαρχη μορφή παραστατικότητας, οφείλουμε να αναζητήσουμε αυτό το οργανωτικό επίκεντρο που λανθάνει στη διηγηματική γραφή, αν βέβαια δεν την εκλαμβάνουμε ως υποβαθμισμένη, φτωχική εκδοχή υποκειμενικότητας. Ποιος είναι τελικά ο φορέας του νοήματος που λανθάνει στο παπαδιαμαντικό διήγημα, αν δεν είναι το υποκείμενο; Και η απάντηση είναι ο κόσμος. Για την ελληνική κοσμοαντίληψη ο κόσμος, ως φορέας νοήματος και συνοχής, προηγείται και καθορίζει την υποκειμενική δραστηριότητα.

Η ανακοίνωση (PDF)