Όλγα Μπεζαντάκου

Η «άπατρις» ταυτότητα του Ν. Επισκοπόπουλου

Περίληψη

Ο χαρακτηρισμός «άπατρις», όταν εννοηθεί όχι ως ισοδύναμο της αποφατικής έννοιας της μη-ταυτότητας αλλά ως συνισταμένη ποικίλων ετεροτήτων, οι οποίες συνθέτουν μια πολύπλευρη ταυτότητα, υπερβαίνει τα στενά όρια του εθνικού και συναντά τον κοσμοπολιτισμό. Με αφετηρία τη θέση αυτή η παρούσα εισήγηση σκοπεύει στην ανασύνθεση της λογοτεχνικής και ιδεολογικής ταυτότητας ενός «απάτριδος» συγγραφέα, του Νικόλαου Επισκοπόπουλου, ο οποίος το 1906 εγκαταλείπει οριστικά την Ελλάδα για να εγκατασταθεί στο Παρίσι και να συνεχίσει την λογοτεχνική του καριέρα ως Γάλλος πλέον συγγραφέας με το όνομα Nicolas Segur. Η διπλή αλλαγή ταυτότητας από «Επισκοπόπουλος» σε «Segur» και από Έλληνας σε Γάλλο συγγραφέα αποτελεί την τελική έκβαση μιας πορείας, που είχε ξεκινήσει ήδη το 1893, όταν o N. Επισκοπόπουλος είχε ταράξει τα ηθογραφικά φιλολογικά νερά της Αθήνας με τη δημοσίευση στην εφημερίδα Το Άστυ του διηγήματος του Ut diesé mineur, το οποίο φανερά προσανατολισμένο προς τον δυτικότροπο αισθητισμό της «νοσηράς φαντασίας» του Poe δεν άγγιζε με κανένα τρόπο την «ελληνική ηθογραφία». Η υιοθέτηση της «ξενόφερτης» ετερότητας αποτελεί έτσι ίσως το βασικότερο χαρακτηριστικό της λογοτεχνικής ταυτότητας του Ν. Επισκοπόπουλου και παράλληλα οιωνό της μετέπειτα φυγής του. Όπως προκύπτει από την παράλληλη εξέταση του πλούσιου κριτικού του έργου και των λιγοστών ελληνικών λογοτεχνικών του φανερωμάτων, η «άπατρις» ταυτότητα του Επισκοπόπουλου διαμορφώνεται από τα τέλη του 19ου αι. σε δύο άξονες: α) της αντίδρασης στη στείρα «μανία του εθνισμού», που έχει καταλάβει την σύγχρονή του ελληνική κριτική και β) του χαιρετισμού της γόνιμης επίδρασης του κοσμοπολιτισμού και εγκόλπωσης των ξένων επιδράσεων, τις οποίες προτάσσει όχι προς ακύρωση της εθνικής ταυτότητας αλλά αντίθετα προς εμπλουτισμό και ανανέωσή της πιστεύοντας πως «και η ψυχή μας και η πατρίς μας θα βελτιωθούν και θα ωφεληθούν μόνον με το να γίνομεν κάτι τι, μόνον όταν κατακτήσομεν το πνεύμα μας ευρύτερον και όταν εναγκαλισθώμεν και γονιμοποίησομεν όσο το δυνατόν περισσότερα πράγματα» (Το Άστυ, 22/8/99) Αντιδρώντας συγκεκριμένα στη λαογραφικού χαρακτήρα ηθογραφία ο Ν. Επισκοπόπουλος υιοθετεί μια ‘υπερεθνική’ αντίληψη για την τέχνη, χωρίς να ακυρώνει ταυτόχρονα την έννοια του εθνικού, αποδεσμεύοντας την εθνική ταυτότητα του λογοτεχνήματος και του συγγραφέα από την υποχρέωση της υιοθέτησης μιας αντίστοιχης «εθνικής» θεματολογίας και επίδρασης – όπως αντίθετα πρόσταζε το σύγχρονό του αγωνιώδες αίτημα της «ελληνικότητας» της λογοτεχνίας – αφού κατά τον Επισκοπόπουλο «οι αληθείς καλλιτέχνες […] θα στρέφονται εις όλας τας φιλολογίας, θα δανείζονται από τα μάλλον βάρβαρα έθνη και θα μένουν πάντοτε Έλληνες και χωρίς να ψάλλουν την πατρίδα των, χωρίς να ομιλούν διά φουστανέλας και χωρίς να κάμνουν θούρια» (ο.π). Αντίστοιχα ο λογοτέχνης Επισκοπόπουλος μένοντας πιστός στην αντίληψη της ευεργετικής επίδρασης του κοσμοπολιτισμού γίνεται ο ίδιος δέκτης ποικίλων ξένων επιδράσεων, οι οποίες αντικατοπτρίζονται στην εμφανή συγγένεια του έργου του με αυτό του Poe, του D’Annunzio και του France, ενώ αποφεύγει ταυτόχρονα καταφανώς να δώσει «ελληνοκεντρικό» τόνο στο λογοτεχνικό του έργο. Συγκεκριμένα λοιπόν στοιχεία της «απάτριδος» ταυτότητας του Ν. Επισκοπόπουλου, όπως εν συντομία σκιαγράφησα παραπάνω, θα επιχειρήσω να αναδείξω μέσα από το έργο του.

Η ανακοίνωση (PDF)