Ειρήνη-Ιωάννα Σάμιτα

Φιλέλληνες ή το α-νόστιμον ήμαρ: οι Φιλέλληνες της Μιμίκας Κρανάκη

Περίληψη

Στο μυθιστόρημα της Μιμίκας Κρανάκη, “Φιλέλληνες. Είκοσι τέσσερα γράμματα μιας Οδύσσειας”, μια ομάδα Ελλήνων υποτρόφων, στην πλειονότητά τους αριστεροί διανοούμενοι, αποπλέουν για τη Γαλλία με το πλοίο “Ματαρόα” το Δεκέμβρη του 1945, λίγο πριν την έναρξη του ελληνικού Εμφυλίου, για να αποφύγουν τις πολιτικές διώξεις. Οι εξόριστοι ξεκινούν ως ένα σύνολο, ως τα μέλη της “Υποτροφιάδας”, τα οποία στην πορεία της μετοικεσίας τους στον τόπο – Αλλού χωρίζονται και το κάθε υποκείμενο ακολουθεί την προσωπική του διαδρομή στο χώρο και το χρόνο. Δημιουργείται κατά αυτόν τον τρόπο μια τυπολογία ταυτοτήτων η οποία δεν είναι στατική αλλά αρθρώνεται μέσα σε ένα χωροχρονικό αλλά και φαντασιακό γίγνεσθαι. Όλα τα πρόσωπα ανεξαρτήτως πορείας και τελικών επιλογών βιώνουν αρχικά ως ξένη την παραμονή τους στον τόπο-Αλλού, τον τόπο μακρυά και έξω από την πατρίδα. Η Γαλλία τους παρουσιάζεται ως ο Έτερος, ο Άλλος και ταυτόχρονα ο εχθρικός τόπος που βιαίως εισέρχονται στα εδάφη του. Πρόκειται για την είσοδο στο “φαντασιακό του Περιέχοντος”: μέσα στο Περιέχον του Εθνικισμού της Γαλλίας βρίσκονται έγκλειστοι οι εκπατρισμένοι υπότροφοι και απέναντι σε αυτό ορθώνουν τον απρόσβλητο και απόρθητο- όπως νομίζουν- χώρο της πατρίδας τους της Ελλάδας ως φαντασιακό αντιστάθμισμα. Η πατρίδα Ελλάδα έχει να αντιτάξει αναμνήσεις του παρελθόντος, κυρίως της παιδικής ηλικίας, οι οποίες ζωντανεύουν στη μνήμη μέσα από τη συμβολή και των πέντε αισθήσεων. Όμως ανάμεσα στα δύο Περιέχοντα, τον ρεαλιστικό τόπο παραμονής, τη Γαλλία και τον φαντασιακό τόπο, την πατρίδα, το υποκείμενο, που χρειάζεται “πα στη”, αισθάνεται μετέωρο.“Η ετερότητα του άγνωστου ευρύτερου χώρου” αλλά και η αμφιταλάντευση ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί φθείρουν ψυχικά το άτομο, το αποξενώνουν και εν τέλει το κατακερματίζουν. Η εσωτερική αντίδραση στην έξωθεν επιβαλλόμενη ταυτότητα του Ξένου δημιουργεί στον ψυχισμό και τη φαντασία του ατόμου την αίσθηση της μεταμόρφωσης, της μετα-φοράς από αυτό που είναι σε κάτι άλλο έξω από αυτόν. Έτσι συχνά το υποκείμενο επιζητά την καρναβαλική “μάσκα” για να παίξει το ρόλο του ξένου και μεταμορφώνεται. “Είκοσι τέσσερα γράμματα μιας Οδύσσειας” είναι ο υπότιτλος του μυθιστορήματος. Όμως το πρότυπο μέσα από το οποίο βλέπουν οι ήρωες της Κρανάκη τον εαυτό τους δεν είναι ο “νόστιμος” Οδυσσέας. Οι ήρωες συνδέουν τη μοίρα τους περισσότερο με τον ιλιαδικό “υπέρμορο” νόστο, την επιθυμία για επιστροφή “έξω και πάνω από το μέτρο”. Αν θεωρήσουμε την πατρίδα όχι ως σαφή προσδιορισμένο χώρο αλλά χρόνο τόσο βιωμένο όσο και εγγράψιμο στο παρόν και το μέλλον, ταυτιζόμενο και με την έννοια της πράξης και της ενεργής δράσης, τότε η έννοια του νόστου επανασημασιοδοτείται. Οι ήρωες που γυρνούν στην Ελλάδα, τη μέχρι πρότινος θεωρούμενη πατρίδα τους, ουσιαστικά δεν επιστρέφουν, δεν ξημερώνει ποτέ γι αυτούς το οδυσσειακό “νόστιμον ήμαρ”, ενώ, αντιθέτως, αυτοί που αποφασίζουν να μην επιστρέψουν, καταφέρνουν να ριζώσουν στο εξωτερικό και να “επιστρέψουν” σε μια νέα πατρίδα. Το μυθιστόρημα αποτελεί ύμνο στην ετερότητα και στην προβληματική πάνω στην έννοια του ξένου και της πατρίδας. Ο ξένος κατονομάζεται και καθολικοποιείται ως “φιλέλληνας”, ενώ η πατρίδα κρύβεται πίσω από τη λέξη “Ελλάδα”. Οι “Φιλέλληνες” είναι οι απανταχού ξένοι, ανεξαρτήτως χρώματος, θρησκείας, φύλου και εθνικότητας και πατρίδα τους η Ελλάδα. Μέσα σε έναν αποξενωμένο κόσμο που ντύνεται στα καρναβαλικά χρώματα του χρήματος και της εξουσίας, η συγγραφέας καταθέτει τον προβληματισμό της: είμαστε ή καλύτερα έχουμε γίνει τελικά όλοι Ξένοι; Οδεύουμε προς το τέλος της ιστορίας ή υπάρχει σωτηρία;

Η ανακοίνωση (PDF)