Mariano Villegas Hernandez

Helenismo y religiosidaden la obra de T. K. Papatsonis

Περίληψη

Η νεοελληνική λογοτεχνική κριτική συμφωνεί στο ότι ο Τ. Κ. Παπατσώνης (1895-1976) υπήρξε ο πρωτοπόρος της μοντέρνας ποίησης στην Ελλάδα μετά τον Καβάφη. Αυτό οφείλεται μάλιστα στις ιδιαιτερότητες τόσο μορφικού όσο και υφολογικού χαρακτήρα με τις οποίες ο συγγραφέας συνέβαλε στην διαμόρφωση της νεοελληνικής ποίησης. Εν τούτοις, η έντονη και συνάμα περίπλοκη χριστιανική θρησκευτική θεματολογία που χαρακτηρίζει το έργο του, έκανε τους κριτικούς να διαφωνήσουν ως προς αυτή τη θεματική και δημιούργησε τρεις βασικούς άξονες που καθορίζουν την ερμηνεία της: αφενός εμφανίζεται μια ομάδα που θεωρεί τον Παπατσώνη κορυφαίο της νεοχριστιανικής σχολής, αφετέρου άλλοι συμπεραίνουν ότι είναι το αποτέλεσμα του συγκερασμού του δυτικού μυστικισμού και του ελληνικού ορθόδοξου χριστιανισμού, και τέλος, υπάρχουν αυτοί που προτιμούν να βλέπουν ένα αίσθημα πανθεϊσμού προσωκρατικού φιλοσοφικού χαρακτήρα που εκφράζεται δια μέσου της φυσιολατρίας. Οι συνθήκες που χαρακτηρίζουν το λογοτεχνικό κλίμα της εποχής όπου πρωτοεμφανίστηκε ο Παπατσώνης αποτέλεσαν την αιτία οι συμβολές του συγγραφέα να μην καρποφορήσουν στο έδαφος των νεοελληνικών γραμμάτων. Σε γενικές γραμμές, δύο είναι αυτές οι βασικές συνθήκες: αφενός στην πρώτη δεκαετία του μεσοπολέμου οι συνθήκες δεν ήταν ώριμες για την κατανόηση των νεωτερικών στοιχείων που είχε αρχίσει να εισάγει ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’10 ο Παπατσώνης, εφόσον ο ορίζοντας προσδοκιών των κριτικών της εποχής ήταν διαμορφωμένος με βάση τον κανόνα του παραδοσιακού λυρισμού. Αφετέρου, το 1934, τη χρονιά δηλαδή που ο συγγραφέας πρωτοπαρουσιάζει σε βιβλίο ένα μέρος από τα μέχρι τότε δημοσιευμένα ποιήματά του, ο ελληνικός μοντερνισμός είχε ήδη αρχίσει να αναπτύσσεται προς κατεύθυνση διαφορετική από εκείνη που πρότεινε ο Παπατσώνης, κυρίως μέσω της ποίησης του Σεφέρη και της κριτικής αντίληψης του Καραντώνη. Με άλλα λόγια, η παπατσωνική ποίηση φαίνεται κατά τα χρόνια του μεσοπολέμου να είναι ασύμβατη με τα δύο άκρα που διαμόρφωναν το λογοτεχνικό κλίμα της εποχής: κατά πρώτον με την ποιητική απαισιοδοξία που φαίνεται να κυριαρχεί κατά την πρώτη δεκαετία, και κατά δεύτερον με το φιλελευθερισμό και τη νεανικότητα της γενιάς του ’30. Υπό αυτές τις συνθήκες είναι επίσης λογικό να μεγάλωσε η έλλειψη συμφωνίας της κριτικής απέναντι στην ερμηνεία της θεματολογίας του έργου του Παπατσώνη που σημειώσαμε προηγουμένως, παρόλο που ο ίδιος ο συγγραφέας προσπάθησε σε διαφορετικές περιπτώσεις να αποσαφηνίσει την ιδιαίτερή άποψή του την οποία διατύπωσε ως χριστιανοσύνη προ του Σχίσματος των Εκκλησιών. Η θρησκευτικότητα του έργου του Παπατσώνη διαμορφώνεται κατά καθοριστικό τρόπο από την τριάδα που αποτελούν ο Ιωάννης του Σταυρού μαζί με τη Βίβλο και τον Δάντη σε συνδυασμό με την γνωριμία του συγγραφέα με το έργο του Κλωντέλ, του Χέλντερλιν και του Έλιοτ που γίνεται εμφανής μέσω των μεταφράσεων και των λογοτεχνικών κειμένων του ίδιου του ποιητή. Τέλος, είναι επίσης σημαντικό το κείμενό του Ο ένδοξός μας βυζαντινισμός το οποίο αποτελεί τη σημαντικότερη μαρτυρία για το πώς αντιλαμβανόταν ο ποιητής τη σχέση του με την ελληνική λογοτεχνική παράδοση. Η παρούσα ανακοίνωση λοιπόν, σκοπεύει να παρουσιάσει τα κύρια γνωρίσματα της θρησκευτικότητας του έργου του εν λόγω συγγραφέα και τις δυσκολίες που αυτή εμφανίζει σε σχέση με τα θρησκευτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής ταυτότητας.

Η ανακοίνωση (PDF)