Δώρα Μέντη

Έλληνες λογοτέχνες-προσκυνητές στην Αθήνα (1833-1863). Στοιχεία για μια πρωτογενή αναπαράσταση της νεοελληνικής ταυτότητας

Περίληψη

Η έρευνα των λογοτεχνικών πηγών σχετικά με την απελευθέρωση, την εγκατάσταση της πρωτεύουσας και τη μετέπειτα φιλοδοξία να συμπεριληφθεί η Αθήνα στον κατάλογο των σύγχρονων ευρωπαϊκών πόλεων, αναδεικνύει την ιδιαιτερότητα του τόπου μπροστά στα διερευνητικά βλέμματα των πρώτων του επισκεπτών. Η ιδιαιτερότητα αυτή συνδέεται βασικά με τις αρχαίες πολιτισμικές ρίζες της Αθήνας που έδιναν προοπτική ιστορικής συνέχειας και δημιουργούσαν το πρόπλασμα της γλαφυρής λογοτεχνικής εικόνας της Αθήνας όπως την αποτύπωσαν οι ετερόχθονες έλληνες συγγραφείς, στο χρόνο που πραγματοποίησαν το πρώτο τους προσκύνημα στον ιερό βράχο της Ακρόπολης. Ανάμεσα στη ρομαντική εξιδανίκευση της αναγεννώμενης Ελλάδας που εξέφρασαν κυριότερα οι αδελφοί Σούτσοι, και το κριτικό βλέμμα στην επιτόπια εικόνα της Αθήνας που απαθανάτισαν εν μέρει ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής και κυριότερα ο Γρηγόριος Παλαιολόγος, η ταυτότητα του κάθε συγγραφέα-προσκυνητή διαθέτει μεν αρκετούς κοινούς προσδιορισμούς, χαρακτηρίζεται δε από ποικίλες ιδεολογικές και πολιτικές, κατά κύριο λόγο, μεταλλάξεις. Πιο αντιπροσωπευτικός λογοτεχνικός ήρωας του προσκυνήματος στην Αθήνα μπορεί να θεωρηθεί ο Φιλάρετος στο μυθιστόρημα Ο Ζωγράφος (1842) του Παλαιολόγου, «όστις ασθμαίνων τρέχει άνω και κάτω, τρέχει πεζός και έφιππος με τον Ανάχαρσιν εις τας χείρας, ως οι Άγγλοι περιηγηταί, δια να επισκεφθή τα μνημεία της περικλεούς πόλεως», που έρχεται αντιμέτωπος με την αποκαρδιωτική πραγματικότητα «Της Ποικίλης Στοάς τα ερείπια μετεβλήθησαν εις στρατώνας. Εις την Αγοράν μόνη η στήλη της διατιμήσεως των τροφίμων σώζεται ημίκλαστος. Ο ναός του Αιόλου είναι μέχρι του ημίσεος συγχωμένος. Το Λύκειον μετεσχηματίσθη εις Παυαρικόν κεραμείον. Ο Κεραμεικός αροτριάται۬ ο Λυκαβηττός λατομείται۬ το Στάδιον αιγοβοσκείται۬ η Καλλιρρόη είναι πλυντήρ των Αλβανών۬ των μακρών τειχών μόλις ίχνη ένθεν κακείθεν σώζονται, ο Πειραιεύς μετονομάσθη Δράκος, ο Υμηττός τρελλός, το Θησείον Άγιος Γεώργιος. Τέλος ανέβη εις την Ακρόπολιν και έκλαυσεν ιδών κατακερματισμένα τα αριστουργήματα του Φειδία και του Πραξιτέλους». Με κοινή βάση τη διεκδίκηση της αρχαίας κληρονομιάς οι νεοέλληνες συγγραφείς αναζητούν σε κάθε περίπτωση στοιχεία για τη διαμόρφωση μιας σύγχρονης ταυτότητας, η οποία άλλες φορές επαίρεται στην προσπάθειά της να συνδεθεί με το παρελθόν και άλλες φορές επενδύει με άλλα μέσα στη σύγχρονη αναγκαιότητα αυτοπροσδιορισμού και εθνικής αυτογνωσίας. Οι πρώτες πραγματικές εντυπώσεις από την εκπλήρωση του σεπτού προσκυνήματος στην αρχαία μητρόπολη προδίδουν ανάμικτα συναισθήματα ρεαλιστικής αποτίμησης αλλά και σκεπτικιστικής διάθεσης απέναντι στο γενέθλιο χώρο του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού. Η ψυχική ικανοποίηση από την αυτοψία των μνημείων του αρχαίου πολιτισμού αντιμάχεται την αταξινόμητη εικόνα των ερειπίων του παρόντος και της πενιχρής αστικής ανάπτυξης, περιβάλλοντας συνήθως με συγκαταβατική αποδοχή τον αντιφατικό και ετερόχθονα αυτό κόσμο που προσπαθεί να οργανώσει τη ζωή του εκτεθειμένος στην έμπειρη ειρωνική ματιά του άλλου: του διανοούμενου, του πολιτευτή, του Ευρωπαίου, αλλά και να ανταποκριθεί στις, υψηλότερες κατά κανόνα, προσδοκίες των Ελλήνων της διασποράς, σύμφωνα με την εικόνα της Αθήνας που αποτυπώνουν, ακόμα και σε μεταγενέστερες εποχές, γύρω στα τέλη του 19ου αιώνα η Πηνελόπη Δέλτα και στις αρχές του 20ου αιώνα ο Κώστας Βάρναλης. Σε αυτά τα έμπειρα, τα προβληματισμένα και τα νεανικά, ενθουσιώδη ή αποθαρρυμένα βλέμματα των Ελλήνων συγγραφέων επικεντρώνεται κατά κύριο λόγο η ανακοίνωση, με στόχο να μελετήσει ειδικότερα τον ιδεολογικοπολιτικό και ηθικό αντίκτυπο του προσκυνήματος κατά τη χρονική περίοδο (1833-1903) και την επίδρασή του στον προσδιορισμό της λογοτεχνικής τους ταυτότητας.

Η ανακοίνωση (PDF)