Φανή Παπαβασιλείου

Η έμφυλη ταυτότητα της Αλεξίας όπως αυτή διαγράφεται μέσα από την αφήγηση στο έργο της Πηνελόπης Δέλτα, Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου (1911)

Περίληψη

Η Αλεξία αποτελεί τη βασική ηρωίδα-πρωταγωνίστρια του έργου «Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου» (1911). Γόνος της ανώτερης κοινωνικής τάξης, ορφανή και μεγαλωμένη στη διάρκεια του αγώνα που διεξήγαγε ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος εναντίον των Βουλγάρων, παρακολουθεί από κοντά τα σημαντικότερα γεγονότα αυτής της Εποποιίας, καλυπτόμενη πίσω από το προσωπείο της βουβής Βουλγάρας. Παρακινούμενη από τον έρωτά της για τον Κωνσταντίνο, τον φανερό, βασικό πρωταγωνιστή, και πιστή στις πατρικές εντολές, οδηγείται σε πράξεις ηρωικές, παίζοντας τον ρόλο της βοηθού-δωρήτριας στους άνδρες-πρωταγωνιστές. Στο τέλος, ωστόσο, χάνει όλους όσους αγαπά και παραμένει αδικαίωτη. Η διαδικασία συγκρότησης της ταυτότητάς της δεν παρουσιάζεται μέσα στην αφήγηση, παρά μόνο μέσω αναλήψεων, καθώς η ίδια, ως ηρωίδα, εμφανίζεται σε τρεις διαφορετικές ηλικιακές φάσεις, που εντοπίζονται στην παιδική ηλικία (5 ετών), την εφηβική (15 ετών) και την ενηλικίωσή της (18 ετών). Κάποιοι από τους συνήθεις βασικούς παράγοντες συγκρότησης ταυτότητας (οικογένεια, επάγγελμα, θρησκεία), εμφανίζονται αποδυναμωμένοι, ενώ άλλοι (εθνικότητα, φιλία, έμφυλος ρόλος) παρουσιάζονται ήδη ισχυροί, ενταγμένοι μέσα σε ένα μυθιστόρημα με θέση, που ακολουθεί τη δομή της αντιπαράθεσης, έχει εθνικούς στόχους και απευθύνεται σε παιδιά. Έτσι, ο εκούσιος θάνατος του πατέρα της και ο πρόωρος χαμός της μητέρας της, το καθεστώς πολέμου που την οδηγεί σε προσωρινή αιχμαλωσία, καθώς και η ελλιπής εκπαίδευση, που συμβαδίζει με την εμπόλεμη κατάσταση αλλά και με τα δεδομένα της εποχής της, όσον αφορά το φύλο της, συνιστούν ένα μη ομαλό και ασταθές κοινωνικό περιβάλλον. Αυτά τα ίδια στοιχεία, ωστόσο, ευνοούν την εξωτερίκευση της εθνικής της ταυτότητας, η διαμόρφωση της οποίας παραλείπεται από την αφήγηση, καθώς θεωρείται ήδη δεδομένη. Από την άλλη πλευρά, στο μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης, η Αλεξία στερείται βιωμάτων από την κοινωνική τάξη καταγωγής της, δεν ζει ως κόρη στις κοινωνικές ομάδες στις οποίες, ηλικιακά και ως προς το φύλο της, ανήκει, ενώ, αντίθετα, μεριμνά για την επιβίωση τη δική της και του κηδεμόνα της και κινείται και δρα σε εξωτερικούς χώρους, όπου κυρίαρχοι είναι οι άνδρες, καλυπτόμενη πίσω από το προσωπείο μιας ξένης ταυτότητας, την οποία υιοθετεί για λόγους ασφαλείας και κατασκοπίας, όσο κυκλοφορεί στην εμπόλεμη ζώνη. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η επιλεγμένη εκ των συνθηκών αλαλία της, που την ωθεί σε άλλους τρόπους επικοινωνίας, ενώ, παράλληλα, την καθιστά στα μάτια των άλλων, Ελλήνων και Βουλγάρων, ιδιόρρυθμη και, γι’ αυτό, ακίνδυνη. Η χρήση της γλώσσας (λόγος-ομιλία), ο ρόλος της οποίας είναι εξαιρετικά σημαντικός για τη συγκρότηση ταυτότητας, στην προκειμένη περίπτωση, συνδυάζεται με τη διατήρηση και την εξωτερίκευση της εθνικής ταυτότητας, αλλά και με την απόκρυψή της για λόγους ασφαλείας. Έτσι, στη μέση της αφήγησης, η ομιλία επανέρχεται με την αποκάλυψη της πραγματικής της ταυτότητας σε ασφαλές περιβάλλον, ενώ προς το τέλος της αφήγησης, μετατρέπεται ξανά σε σιωπή, που, αυτή τη φορά, συνδυάζεται με την κοινωνικά επιβεβλημένη σιωπή των γυναικών. Παράλληλα, η αποκάλυψη της πραγματικής της ταυτότητας συνδυάζεται με τον παραδοσιακό της ρόλο ως αδελφής, κόρης και αρραβωνιαστικιάς, που ενστερνίζεται από τη μητέρα τις ιδέες του πατέρα, φροντίζει τον κηδεμόνα της, σώζει τους φίλους της και τους βοηθά, ως γυναίκα, στην ολοκλήρωση της αποστολής τους για την Πατρίδα.

Η ανακοίνωση (PDF)