Μαίρη Μαργαρώνη

Εβραίοι, γλώσσα και ταυτότητα στο νεοελληνικό κράτος από την ίδρυσή του μέχρι το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: προσλήψεις ετερότητας και πρακτικές αποκλεισμού

Περίληψη

Η προτεινόμενη εισήγηση αποτελεί συμβολή στη μελέτη του εβραϊκού πληθυσμού του νεοελληνικού κράτους. Εγγράφεται στο επιστημονικό πεδίο της Κοινωνιογλωσσολογίας και έχει ως στόχο τη διερεύνηση της σχέσης εβραϊκών γλωσσών και ταυτοτήτων κατά τη διάρκεια ενός περίπου αιώνα (1831-1944). Στο χρονικό αυτό διάστημα προστέθηκαν στους ήδη υπάρχοντες ελληνόφωνες Εβραίους (τους Ρωμανιώτες), άλλες ομάδες γερμανόφωνων, ιταλόφωνων και κυρίως ισπανόφωνων Εβραίων, που αντιστοιχούσαν στους Εσκενάζι, τους Απουλιώτες και τους Σεφαρδίτες Εβραίους. Από όλες αυτές τις γλώσσες των εβραϊκών πληθυσμών, η ισπανοεβραϊκή (ladino) ήταν εκείνη που κυριάρχησε και αποτέλεσε βασικό συστατικό της πολυδιάστατης εβραϊκής ταυτότητας αλλά και της σεφαρδίτικης κουλτούρας, η οποία μπόρεσε να ξεδιπλωθεί και να ανθίσει ιδιαίτερα –αλλά όχι μόνο– στη Θεσσαλονίκη μέχρι και την προσάρτησή της στο ελληνικό κράτος. Ωστόσο στα πλαίσια της σύστασης των ευρωπαϊκών εθνικών κρατών αλλά και της διατήρησής τους στη συνέχεια, το ζητούμενο ήταν η κατασκευή μιας ομογενοποιητικής εθνικής ιδεολογίας, αναπόσπαστος κρίκος της οποίας ήταν και η ομογλωσσία. Οποιαδήποτε γλωσσική ποικιλότητα ήταν αποφευκταία και κάθε «αλλόγλωσση» ομάδα –των Εβραίων συμπεριλαμβανομένων– στιγματιζόταν και περιθωριοποιούνταν. Μπροστά στο «κάλλος» της ελληνικής γλώσσας, οποιαδήποτε άλλη προσλαμβανόταν μέσα από την αρνητική χροιά της ετερότητας: «Μετά την ενετοκρατίαν όμως και ιδία μετά την μετανάστευσιν των ιουδαίων εξ Ισπανίας η γλώσσα των [των Ιουδαίων] έγινε τερατούργημα τι εξ Ισπανικής, Ενετικής και Ελληνικής» αναφέρει απόσπασμα άρθρου της εφημερίδας Ακρόπολις, στις 14/5/1891. Πολύ περισσότερο: η αρνητική πρόσληψη και ο στιγματισμός μιας γλώσσας παραπέμπει άμεσα στην αρνητική πρόσληψη και το στιγματισμό αυτών που τη μιλούν, στη συγκεκριμένη περίπτωση των Εβραίων: «Την γλώσσαν μας δεν την ομιλούν, εις τα σχολεία μας δεν συχνάζουν, πατρίδα των δεν θεωρούν την Ελλάδα, κτήματα αποφεύγουν να έχουν, τον παράν που κερδίζουν από ημάς τον βγάζουν έξω, τον τοποθετούν εις ξένας τράπεζας. Με όλα τα προνόμια με όλην, την ισοπολιτείαν αυτοί εξακολουθούν να είνε ξένοι, να είνε επήλυδες.» αναφέρει ο Ιάκωβος Πολυλάς σε συνέντευξή του με αφορμή τη «συκοφαντία αίματος» στην Κέρκυρα το 1891 (Ακρόπολις, 13/5/1891) και επιβεβαιώνει τοιουτοτρόπως την άποψη ότι η γλώσσα αναδεικνύεται σε βασικό συστατικό γνώρισμα της ταυτότητας, με βάση την οποία ακολουθούνται πρακτικές ενσωμάτωσης ή αποκλεισμού μιας –ομογενοποιητικά κατασκευασμένης– ομάδας από το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο.

Η ανακοίνωση (PDF)