Vojkan Stojičić, Predrag Mutavdžić, Ivana Milojević

Ισχυρές και ασθενείς γλώσσες: η θέση της Νέας Ελληνικής Γλώσσας στη Σερβία

Περίληψη

Συνήθως λέγεται πως η γλώσσα είναι κοινωνικός θεσμός που η ιδιότητά της τοποθετείται μέσα στο χώρο και, κυρίως μέσα στον χρόνο. Αν και κάθε γλώσσα, λιγότερο ή περισσότερο, μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου σύμφωνα με τον Saussure (Saussure, 1916:100/67), είναι και οξύμωρο και χαρακτηριστικό μαζί ότι κάθε γλώσσα μεταβάλλεται σταθερά και στα όρια του σύγχρονού της καθορισμού σύμφωνα με τον αριθμό των ομιλητών της. Στα πλαίσια και της γενικής και της θεωρητικής γλωσσολογίας συχνά χρησιμοποιούνται δύο ορισμοί: ισχυρές γλώσσες και ασθενείς γλώσσες. Ο κάθε ορισμός αυτός αναφέρεται σε έναν από τους δύο γενικότερους χαρακτήρες της γλώσσας, όχι όμως ως λειτουργικού συστήματος, αλλά ως πραγματικής και ουσιαστικότερης παρουσίας της οποιασδήποτε γλώσσας στον κόσμο. Με άλλα λόγια, οι ορισμοί αναπτύσσονται σύμφωνα με τις ανθρώπινες αξίες και αντιλήψεις, μέσα στις οποίες την εξέχουσα θέση έχει αναγκαστικά ο συνολικός αριθμός των ομιλητών κάθε γλώσσας, και στην πρώτη θέση ο αριθμός των φυσικών ομιλητών. Βλέποντας από τη γενική γλωσσολογική άποψη, η Νέα Ελληνική στις παγκόσμιο επίπεδο ανήκει σε μια πολύ μεγάλη ομάδα γλωσσών αποτελούμενη από χιλιάδες λεγόμενες μικρότερες γλώσσες, οι οποίες δεν έχουν (και δεν είχαν ποτέ τους) έναν σημαντικό αριθμό ομιλητών. Στη Νοτιοανατολική Ευρώπη όμως η θέση της Νέας Ελληνικής είναι απολύτως διαφορετική. Συγκρίνοντάς την με τις άλλες βαλκανικές και μη βαλκανικές γλώσσες, η Νεοελληνική παρουσιάζεται σαν μια μεγαλύτερη γλώσσα, έχοντας υπ` όψιν τον συνολικό αριθμό των ομιλητών της. Παρόλο που η αγγλική κυριαρχεί και είναι απαραίτητη για την ανεύρεση εργασίας, οι νέοι στη Σερβία κατάλαβαν ότι σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να είναι η μόνη ξένη γλώσσα προσφερόμενης διδασκαλίας. Μια σχεδόν παρόμοια κατάσταση είναι φανερή στη Φιλολογική Σχολή του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου όπου η Νεοελληνική ανήκει στην ομάδα ισχυρών γλωσσών. Το ενδιαφέρον για τις Νεοελληνικές Σπουδές από την αρχή ήταν πολύ μεγάλο, γεγονός που σημαίνει ότι κάθε φορά ο αριθμός των ενδιαφερομένων ήταν διπλάσιος σε σχέση με τους εγγεγραμμένους φοιτητές – πέρσι και φέτος ήταν τριπλάσιος ο αριθμός. Ωστόσο, το Τμήμα Νεοελληνικών Σπουδών ακόμα θεωρείται «νέο» και γι΄ αυτό το λόγο αντιμετωπίζουμε πολλά προβλήματα (π.χ. έλλειψη αιθουσών και προσωπικού). Λαμβάνοντας υπ’ όψιν την περιοριστική νομισματική πολιτική η οποία περισσότερο θίγει προς τους τομείς της παιδείας και της υγείας, πρέπει να σημειωθεί ότι το Τμήμα μας εκτέθηκε σε κίνδυνο, ειδικά τώρα που βρίσκεται σε εξέλιξη στη Σχολή μας η διαδικασία της προσαρμογής της ανώτατης παιδείας κατά το σύστημα της Bologna. Πέραν τούτου, σκοπεύουμε να αυξήσουμε τον αριθμό των εγγεγραμμένων φοιτητών και να συνεχίσουμε την επέκταση της διδασκαλίας της ελληνικής ως ξένης γλώσσας: όλοι οι υποψήφιοι της ελληνομάθειας Α΄, Β΄, Γ΄ και Δ΄ επιπέδου αντιμετώπισαν με επιτυχία τις εξετάσεις, ενώ μόνο τρεις από αυτούς δεν είχαν άριστη επίδοση. Πρέπει να σημειωθεί ότι η Σχολή μας έχει ουσιαστικά γίνει κέντρο διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας σε όλα τα δυτικά Βαλκάνια, διότι υποδεχόμαστε υποψήφιους από την Κροατία, τη Βοσνία – Ερζεγοβίνη, το Μαυροβούνιο και την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Επιπλέον το Υπουργείο Παιδείας της Σερβίας δέχτηκε την πρωτοβουλία μας να διδάσκεται η ελληνική γλώσσα σε δημοτικά σχολεία και σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Σε κάποια δημοτικά σχολεία και σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης η ελληνική γλώσσα ήδη διδάσκεται ως γλώσσα επιλογής. Περαιτέρω έχει εκδηλωθεί ενδιαφέρον για εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας σε στρατιωτικές σχολές και ακαδημίες. Με βάση τα προαναφερθέντα, μπορεί κανείς να σχηματίσει μια σαφή εικόνα για τους στόχους του Τμήματός μας να προωθήσει τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, κάτι που αποδεικνύει και η τάση μας να αναδειχθούμε σε σχέση με άλλα Τμήματα Νεοελληνικών Σπουδών της Ευρώπης.

Η ανακοίνωση (PDF)