Μαρία Βραχιονίδου

Διατροφικές συνήθειες ως στρατηγικές συγκρότησης πολλαπλών πολιτισμικών ταυτοτήτων και διαχείρισης του παρελθόντος: το παράδειγμα της ελληνικής μανιταροφαγίας

Περίληψη

Στο παρόν άρθρο εξετάζεται, μέσα από το παράδειγμα του μανιταριού, πώς η επιλογή μιας διατροφικής συνήθειας αποτελεί κάτι πολύ ευρύτερο από την κάλυψη μιας βιολογική ανάγκης· και, σαφώς, επιτάσσεται από πολλαπλά κίνητρα, πέραν των αυτονόητων οικονομικών περιορισμών: κίνητρα που άπτονται πρωτίστως της συγκρότησης πολιτισμικής ταυτότητας. Άλλωστε, όπως τονίζει και η Lupton, ‘επιλέγουμε τροφές πολιτισμικά αποδεκτές και παράλληλα δρώσες συμβολικά για την παρουσίαση του εγώ’. Το φαγητό ωστόσο αποτελούσε και διαχρονικά πεδίο διαμάχης και εντάσεων ή έστω διαφοροποίησης, ακριβώς γιατί ήταν περιβεβλημένο με το μανδύα της ταυτότητας. Παρόλο που, όπως επισημαίνει ο Scholliers, λίγοι ιστορικοί έχουν εξετάσει το πώς τα τρόφιμα χρησιμοποιήθηκαν για να χτίσουν τις ταυτότητες στο παρελθόν, υπάρχουν αρκετά στοιχεία, κυρίως ποσοτικά, που μας επιτρέπουν να κάνουμε νέες αναγνώσεις αυτού του παρελθόντος. Στη διάρκεια της ιστορίας συχνά οι τροφές έπαιξαν το ρόλο παντιέρας που δήλωνε ακριβώς το αν κανείς ανήκε στο ‘εμείς’ ή στο ‘οι άλλοι’ ενώ και η επιλογή συγκεκριμένων τροφών προς κατανάλωση σημείωσε την κοινωνική αλλαγή. Το μανιτάρι αποτελεί παράδειγμα μιας τέτοιας κομβικής τροφής. Η κατανάλωση μανιταριών στην Ελλάδα –όπως και η χρήση τους για άλλους λόγους πέραν της διατροφής- συχνά θεωρείται μηδαμινή. Ωστόσο, μια προσεκτικότερη μελέτη αποδεικνύει ότι μάλλον το αντίθετο ισχύει. Αφενός στον ελληνικό παραδοσιακό αγροτικό κόσμο η μανιταροφαγία φαίνεται πως ήταν πολύ συχνή. Αυτό καταδεικνύουν τόσο οι άπειρες λαϊκές ονομασίες του μανιταριού, όσο και οι δοξασίες που το περιβάλλουν, οι οποίες ωστόσο αποκαλύπτονται κυρίως από την επιτόπια έρευνα και πολύ λιγότερο από τα γραπτά κείμενα. Η παραδοσιακή αυτή μανιταροφαγία φαίνεται πως έχει πανάρχαιες ρίζες, ρίζες που φτάνουν στην παλαιολιθική εποχή όταν το μανιτάρι έπαιζε καίριο ρόλο όχι μόνο στη διατροφή αλλά και στη λατρεία, καθώς εμπλεκόταν σε σαμανιστικές τελετές. Η διατροφική αυτή επιλογή διατηρήθηκε σε όλη την αρχαιότητα. Όμως με την εμφάνιση του χριστιανισμού φαίνεται να ενοχοποιείται και να θεωρείται μια ειδωλολατρική στάση. Είναι λοιπόν σαφές ότι μια διατροφική συνήθεια αντιμετωπίζεται ως μέσο συγκρότησης πολιτισμικής και θρησκευτικής ταυτότητας. Παρόλ’ αυτά, οι αρχαίες δομές και συνήθειες επιβίωσαν και, έστω σιωπηλά, διατηρήθηκαν σχεδόν μέχρι σήμερα, συγκεκριμένα μέχρι τη στιγμή που άρχισαν να εξαφανίζονται οι παραδοσιακές δομές και παράλληλα να αλλάζει και ολόκληρη η δομή της ελληνικής κοινωνίας. Στο νέο αστικό πλαίσιο η μανιταροφαγία εμφανίζεται με νέους συμβολισμούς: μέσα από περίτεχνες, εξεζητημένες και δυτικότροπες συνταγές η διατροφική αυτή συνήθεια παραπέμπει εμφανώς στη μίμηση της Δύσης. Τέλος, στο σήμερα, καθώς αλλάζουν οι κοινωνικές και πολιτισμικές συντεταγμένες, μια νέα μορφή μανιταροφαγίας φαίνεται να εμφανίζεται: αυτή που παραπέμπει σε μια οικολογική στροφή, που επανανακαλύπτει το ξεχασμένο ή συγκεκαλυμένο παρελθόν και που δημιουργεί μια καινούργια πολιτισμική ταυτότητα.

Η ανακοίνωση (PDF)