Χαρακωμάτων Ταυτότητες: Ελληνο-γερμανικές αναπαραστάσεις στον Μεσοπόλεμο
Περίληψη
Την επαύριον του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι ελληνο-γερμανικές σχέσεις διαμορφώθηκαν με βάση τα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα και χαρακτηρίστηκαν από βαθιές διακρατικές εντάσεις και αμοιβαία εχθρότητα. Στην Ελλάδα ήταν ο Εθνικός Διχασμός και η σφοδρή σύγκρουση μεταξύ Κωνσταντίνου και Βενιζέλου που προσδιόρισε το ιδεολογικό πλαίσιο και διαμόρφωσε την πολιτική ορολογία των κομματικών σχηματισμών και των προσκείμενων οπαδών τους αλλά που ταυτόχρονα έμελε να προσανατολίσει και την στάση έναντι του μέχρι πρότινος μεγάλου αντιπάλου στα πεδία των μαχών. Επρόκειτο ασφαλώς για σχέσεις διαταραγμένες, διπλωματικά νεκρές, που ενώ άρχισαν να αποκαθίστανται σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την λήξη του πολέμου, ήδη τον Μάρτιο του 1921 επαναλειτούργησε η γερμανική πρεσβεία στην Αθήνα, δεν αποδεσμεύτηκαν έκτοτε ποτέ από την πολιτική κληρονομιά του πολέμου και ιδιαίτερα από το ασφυκτικό πλαίσιο που είχε συγκροτήσει ο Εθνικός Διχασμός, διαποτίζοντας κάθε πόρο του πολιτικοοικονομικού κρατικού εποικοδομήματος. Ο πρώτος άξονας της εισήγησης επικεντρώνεται ακριβώς στην αξιολόγηση των πολιτικών, στρατιωτικών και διπλωματικών συμφραζόμενων μέσω των οποίων προσλήφθηκαν η μεταπολεμική Γερμανία και οι Γερμανοί από την ελληνική κοινή γνώμη και τον πολιτικό κόσμο. Με άλλα λόγια η προσλαμβάνουσα «νέα» γερμανική ταυτότητα, όπως περιγράφηκε στα δημοσιεύματα του ημερησίου Τύπου, στα ανακοινωθέντα των επίσημων επισκέψεων και εκφράστηκε μέσω του διαύλου των πολιτιστικών ανταλλαγών, αντανακλούσε τις ισχυρές δεσμεύσεις της πολιτικής φρασεολογίας και της κομματικής περιχαράκωσης από την τραυματική κληρονομιά του τελευταίου πολέμου. Ένας δεύτερος άξονας παρακολουθεί τις προσπάθειες της γερμανικής πλευράς να κερδίσει με προσεκτικούς διπλωματικούς χειρισμούς το χαμένο πολιτικό έδαφος και να επανακάμψει ως δύναμη επιρροής στον γενικότερο χώρο της Χερσονήσου του Αίμου και ειδικότερα στην Ελλάδα. «Να ξανακερδίσουμε την καρδιά του Έλληνα» επισήμαιναν με έμφαση οι Γερμανοί διπλωμάτες από τις αρχές της δεκαετίας του ΄20 και στην προσπάθεια αυτή πρότειναν ως κρίσιμο εργαλείο πολιτικής διαχείρισης του οδυνηρού παρελθόντος την κατανόηση των ιδρυτικών αλλά και επίκτητων στοιχείων της νεοελληνικής ταυτότητας. Σε τι συνίστατο η ταυτότητα του μέχρι πρότινος αντιπάλου και με ποια στρατηγικά εργαλεία μπορούσε να αξιοποιηθεί για την αποκατάσταση των διακρατικών σχέσεων (οικονομικών, πολιτικών, πολιτιστικών), αποτέλεσαν ζητήματα μείζονος σημασίας για την άσκηση της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής στον ελλαδικό χώρο. Στην δε αποστολή προσδιορισμού της ελληνικής ταυτότητας, με άλλα λόγια στην ανίχνευση του μαλακού υπογαστρίου του μεταπολεμικού κοινωνικού και πολιτικού χώρου, κινητοποιήθηκαν όλες οι διαθέσιμες δυνάμεις έργου, συμπεριλαμβανομένου του γερμανικού ακαδημαϊκού περιβάλλοντος. Τελικά ο Μεγάλος Πόλεμος μετέβαλε άρδην τους όρους του διπλωματικού παιχνιδιού, ανάγοντας την διαδικασία εθνικού ετεροπροσδιορισμού στην Ελλάδα και την Γερμανία σε εργαλείο πολιτικής χρήσης και ταυτόχρονα διακύβευμα μιας νέας πολιτικής αρχής• ήταν ακριβώς η ανάγκη αυτής της νέας ευρωπαϊκής αρχής που σταδιακά επέβαλε ριζικές αλλαγές στην έως τότε πρόσληψη του άλλου ως εχθρού, σε μια συνολικότερη προσπάθεια εξοβελισμού του πολέμου από το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, κάτι που και σε αυτήν την περίπτωση περνούσε αναγκαστικά μέσα από την εκατέρωθεν διαχείριση του συγκρουσιακού παρελθόντος.