Ελληνογερμανικές διασταυρώσεις από τη Γερμανική Αυτοκρατορία στην εισβολή της Βέρμαχτ στην Ελλάδα (1871–1941)

Ημερομηνία έναρξης: 01-04-2019

Ημερομηνία λήξης: 04-04-2020

Τόπος: Αθήνα

Call for Papers

Το Κέντρο Νέου Ελληνισμού (CeMoG) του FU-Berlin οργανώνει σε συνεργασία με το Εργαστήριο Ελληνογερμανικών Σχέσεων (ΕΜΕΣ) του ΕΚΠΑ συνέδριο με θέμα «Ελληνογερμανικές διασταυρώσεις από τη Γερμανική Αυτοκρατορία στην εισβολή της Βέρμαχτ στην Ελλάδα (1871–1941)», το οποίο θα πραγματοποιηθεί στην Αθήνα στις 1–4 Απριλίου 2020.

Το πλαίσιο

Το συνέδριο πραγματοποιείται στο πλαίσιο της ανάπτυξης της Επιτομής των Ελληνογερμανικών Διασταυρώσεων. Η Επιτομή αποτελεί ένα δίγλωσσο ψηφιακό έργο αναφοράς, με ελεύθερη πρόσβαση, το οποίο θα παρέχει σε ένα ευρύ κοινό, αξιόπιστες πληροφορίες για τις ιστορικές, πολιτισμικές και επιστημονικές διασταυρώσεις μεταξύ του γερμανόφωνου και του ελληνόφωνου χώρου από τον 18ο αιώνα μέχρι σήμερα. Η επιλογή μας υπέρ ενός πληθυντικού αριθμού διασταυρούμενων ιστοριών δεν αποτυπώνεται μόνο στην προγραμματική διεπιστημονικότητα του έργου, που καλύπτει το σύνολο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών, αλλά εγγράφεται επιπλέον στην ίδια την αρχιτεκτονική του. Τα ιστορικά δοκίμια διακρίνονται έτσι σε τρεις τύπους που περιέχουν μικρο-ιστορίες (Mikrogeschichten), μακρο-διαδικασίες (Makrovorgänge) και μετα-αφηγήματα (Metanarrative). Πρόκειται για τρεις διακριτές προοπτικές εστιάσεις πάνω στην ιστορική πρώτη ύλη, οι οποίες επιτρέπουν να αναδειχθούν οι διαφορετικοί παράγοντες που συμπλέκονται στις επιμέρους χρονικές στιγμές και αθροίζονται στην κοινή και πολυπρισματική ελληνογερμανική ιστορία.

Με το συνέδριο «Ελληνογερμανικές διασταυρώσεις από τη Γερμανική Αυτοκρατορία στην εισβολή της Βέρμαχτ στην Ελλάδα (1871–1941)» συνεχίζουμε τη σειρά των συνεδρίων που προβλέπονται για τη συγγραφή των ιστορικών δοκιμίων στο πλαίσιο ανάπτυξης της Επιτομής, ώστε να συστηματοποιηθούν για μιαν ευρύτερη δημόσια σφαίρα οι γνώσεις των ειδικών αλλά και να διαπιστωθεί τι ακόμη μας είναι άγνωστο ή αμφιλεγόμενο και προς τα εκεί να προσανατολίσουμε μελλοντικά την έρευνα.

Το συνέδριο

Οι εξαιρετικά δύσκολες διακρατικές σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας, που σφραγίστηκαν από τα γεγονότα της περιόδου 1915-1917 και με ακραία δραματικό τρόπο με την Κατοχή των ετών 1941-1945, δεν εμπόδισαν τη συνέχιση επαφών και ανταλλαγών με καταλυτική σημασία. Καθ’ όλη τη διάρκεια της γερμανικής ιστορίας από τον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η φαντασιακή χρήση κοινωνικά και πολιτικά κατασκευασμένων ιδεωδών της γερμανικής παιδείας με αναφορά στην Αρχαία Ελλάδα προβλήθηκε επίμονα στη σύγχρονη Ελλάδα. Ο νόστος των μορφωμένων Γερμανών για την κοιτίδα εκείνων των στοιχείων που καθόρισαν την προσωπική και κοινωνική τους ταυτότητα παρέμεινε αμείωτος. Συγχρόνως, οι Έλληνες που επεδίωκαν κοινωνικό κύρος μέσω της μόρφωσης επηρεάστηκαν κυρίως από τους Γερμανούς (αν και όχι μόνο) ως προς τον τρόπο που έβλεπαν τον εαυτό τους.

Αυτό το προβάδισμα της Γερμανίας αποτέλεσε τη βάση διασταυρώσεων μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας που δεν μπορούν να αναχθούν αποκλειστικά σε πολιτικές και οικονομικές διαδικασίες. Όσο κι αν οι τελευταίες αποτελούν έναν σημαντικό παράγοντα της διαμόρφωσης των ελληνογερμανικών σχέσεων, συμπληρώνονται και σε πολλές περιπτώσεις πλαισιώνονται από την αναφορά των μορφωμένων και κινητικών ελληνικών μεσοστρωμάτων στη γερμανική παιδεία σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι στη γαλλική, τη βρετανική ή την ιταλική παιδεία που υπήρξαν μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα ή πρόκειται να αποβούν μετά το 1945 καθοριστικής σημασίας. Οι τρόποι με τους οποίους η Ελλάδα αποτελεί σημείο αναφοράς για τους Γερμανούς και η Γερμανία για τους Έλληνες συμβάλλουν στη συγκρότηση πεδίων επικοινωνίας με μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στις νοοτροπίες και στις πρακτικές. Συμβάλλουν επίσης στην άμβλυνση ή ακόμη και στην υπέρβαση των εχθροτήτων που υποθάλπονται στο πλαίσιο των διεθνών πολιτικών συγκρούσεων. Η πολιτιστική πολιτική της αυτοκρατορικής Γερμανίας και οι υποτροφίες, κυρίως μετά τα τέλη του 19ου αιώνα, συμβάλλουν στη συνέχιση δεσμών που είχαν τις καταβολές τους στην περίοδο της βασιλείας του Όθωνα. Οι σπουδές στη Γερμανία δεν χάνουν άλλωστε τη σημασία τους ακόμη και μετά τις τραυματικές εμπειρίες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Συγχρόνως οι οικονομικές σχέσεις αποτελούν την βάση της μεταφοράς τόσο τεχνολογικών όσο και καταναλωτικών προτύπων. Και βέβαια οι Έλληνες αρχιτέκτονες ακολουθούν τις εξελίξεις πάντα με το βλέμμα στραμμένο στα νέα γερμανικά ρεύματα. Στον 19ο αιώνα έμαθαν να προτιμούν τον νεοκλασικισμό, ενώ στον μεσοπόλεμο προσαρμόζονται πολύ γρήγορα στα μορφολογικά και κτηριολογικά πρότυπα του γερμανικού μοντερνισμού. Ανάλογες εξελίξεις παρατηρούνται στη λογοτεχνία με τις αντιπαραθέσεις γύρω από τη «βορειομανία» της νεότερης γενιάς, στις εικαστικές τέχνες και στη μουσική, αλλά και στο πεδίο των κοινωνικών και νομικών επιστημών. Ούτε στα πεδία της ιατρικής και των φυσικών επιστημών μπορούν οι αναφορές στη Γερμανία να θεωρηθούν ασήμαντες. Επίσης τα εκκλησιαστικά πράγματα στην Ελλάδα επηρεάζονται από θεολογικές διεργασίες του γερμανόφωνου χώρου.

Πολλές από τις όψεις αυτές των ελληνογερμανικών διασταυρώσεων δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς. Γνωρίζουμε πάντως αρκετά πράγματα κυρίως για την περίοδο του μεσοπολέμου, αλλά σε πολλούς τομείς πολύ λιγότερα για την εποχή που συμπίπτει με την πρώτη τριακονταετία της ενοποιημένης Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτό το οποίο επίσης δεν έχει τραβήξει την προσοχή των ερευνητών είναι οι μετασχηματισμοί των σχέσεων των Ελλήνων με τον ευρύτερο γερμανόφωνο χώρο ως αποτέλεσμα της ριζικής πολιτικής του ανασυγκρότησης μετά το 1871 και της πολυκύμαντης και στην κατάληξή της τραγικής γερμανικής πολιτικής ιστορίας.

Σκοπός του συνεδρίου είναι τόσο η συστηματοποίηση της γνώσης για τις σχετικές ιστορικές εξελίξεις, όσο και η αποκάλυψη νέων πεδίων έρευνας με πρωτότυπες συμβολές (Mikrogeschichten/μικροϊστορίες, σε Makrovorgänge/μακροσκοπικές διαδικασίες και σε Metanarrative/μετα-αφηγήματα) που θα στηρίζονται στη χρήση πρωτογενών ιστορικών πηγών και θα δημοσιευτούν στην Επιτομή των Ελληνογερμανικών Διασταυρώσεων.

Σημαντικές ημερομηνίες για τη συμμετοχή στο συνέδριο

Προτάσεις για δοκίμια (περίληψη 500 περίπου λέξεων), που θα συζητηθούν στο συνέδριο, αποστέλλονται έως τις 31 Δεκεμβρίου 2019 στην εξής διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου: z.stoikou@fu-berlin.de.

  • Ενημέρωση σχετικά με την αποδοχή/απόρριψη συμμετοχής στο συνέδριο: 31 Ιανουαρίου 2020
  • Προθεσμία αποστολής των δοκιμίων που θα συζητηθούν στο συνέδριο: 20 Μαρτίου 2020
  • Διεξαγωγή του συνεδρίου: 1–4 Απριλίου 2020

Οι γλώσσες του συνεδρίου είναι τα ελληνικά και τα γερμανικά.



Κατηγορίες